Η προδοσία

Εικόνα

 

Σίγουρα θα υπήρχε κι άλλος τρόπος.
Όμως η ανάγκη μιάς αυταπάρνησης ήταν μεγάλη
O χρόνος είπε «πιέζει» .Θα έφευγα πρώτος.
Και μετά θα ήμουν εκτός.
“Θα αντέξεις” ψιθύρισε .”Θ’ αντέξω” συμφώνησα .Έπρεπε να γίνει.
Και από τότε ήρθα εδώ και τους περιμένω.
Μα αυτοί αργοπορούν πολύ μες τις παλιές εικόνες.
Και εγώ στην έρημο ,
στρώνω κάθε βράδυ μυστικά το τραπέζι για το δείπνο.
Χρόνια, χωρίς εποχές στο έλεος του ήλιου ,που με
παραπλανά με ανύπαρκτες διαδρομές και οφθαλμαπάτες,
με πυροβολεί και μ’ ακτινοβολεί τρελός και θυμωμένος.
Πλημμύρισαν ακτινογραφίες τα δωμάτια.
Βουβά, λευκά οστά, κρανία, σκόρπια στο πάτωμα.
Μην τα πατάς μητέρα με πονάνε.
Χιλιάδες χρόνια την ίδια ζωή. Τόση ζωή θυσιασμένη για μιά στιγμή.
Με το μαρτύριο της ευθύνης, υπάκουος και πιστός, να ψάχνω απεγνωσμένα
στην έρημο έναν κήπο, για να προδώσω και να προδοθώ.
Έναν κήπο μιάς Γεσθημανής για ένα δείπνο τελετουργικό.
Που πρώτα εκεί μυστικά και μετά παντού φανερά, να ατιμάζομαι
σ΄ όλες τις κάμαρες του κόσμου.
Τους θυμάμαι και στο σαλόνι μας ολοκαίνουργιους μες την βελούδινη
τριανταφυλλί μπάντα του τοίχου, να καθυστερούν χωρίς λόγο.

Μην προσεύχεσαι άλλο πια για μένα.
Τι κι αν είμαι εγώ ο Ιούδας που πρόδωσα.
Τι κι αν είμαι εγώ ο Ιούδας που πρόδωσαν.
Τώρα πια δεν έχει κανένα νόημα η θυσία,
αφού ούτε ένας απ’ όλους μας δεν σώθηκε .

Η άνοιξη

Εικόνα

Η πόλη γκρίζα, τσιμεντένια,
απλωμένη από ψηλά
κι η άνοιξη καταπράσινη, τριγύρω της να ριζοβολά.
Χυμένη μέσα στον άνεμο
να πλανιέται πάνω στις ανάσες των δρόμων.

Την είδαμε για μια στιγμή μόνο
και μετά ξαπλώσαμε πάλι
σε στάση εμβρυική
και την ονειρευτήκαμε.
Δεν μας ανήκε.
Τα βροχερά απογεύματα του Νοτιά,
πίσω από θολά τζάμια,
την ερωτευτήκαμε παράφορα.
Μα η πόλη ξένη
δεν μας αγάπησε.
Κι η άνοιξη ανύποπτη ,μας προσπέρασε.

Ακίνητοι, κουλουριασμένοι,
σε στάση εμβρυική,
βυθίσαμε την μνήμη της σιωπηρά
στα κόκκινα υγρά
της αιμορραγούσα μήτρας μας
και την πνίξαμε ξανά στα σκοτεινά.

Είναι η μορφή σου

Εικόνα

Είναι η μορφή σου που αναχωρεί αθόρυβα,
Ανάμεσα σε παγωμένα τοπία που στάζουν φεύγοντας
Μαζί με τους απόηχους συνένοχων σχημάτων…..
Είναι η νύχτα που επιστρέφει…….
Αδιάκοπα επιστρέφει…..
Είναι κι η οδύνη που με ξεπερνάει…..

Αρχή και Τέλος

xrr

Είμαι εδώ.
Εδώ .Εδώ στον ακίνητο χρόνο.
Εδώ στον ακίνητο χώρο.
Αυτή η στιγμή που δεν υπάρχει,
Ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον.
Δηλώνω παρόν.
Στο χρόνο τον άχρονο.
Εποχές μετρώ.
Έρωτες μετρώ.
Οδύνες μετρώ.
Θανάτους.
Αρχή και τέλος.
Στην αρχή είναι το τέλος.
Το τέλος στην αρχή τοποθετώ.

katerina Simintira

Τα φτερά

Εικόνα

Άρρωστο φως ,χαμηλό, εμπιστοσύνης,

πάνω στα κάτασπρα φτερά σου

που πρόχειρα ακούμπησες ένα απόγευμα,

πριν χρόνια,

στην ξύλινη καρέκλα μίας μισοσκότεινης κάμαρας

 

Άρρωστο φώς ,υποκριτικό ,λάγνο.

Τα κιτρίνισε με τον καιρό

ασελγώντας πάνω τους νυχθημερόν.

Και συ  σ’ οδούς παρακαμπτήριους κατάκοπη

να σέρνεσαι μέσα σε επίμονους δυσκίνητους καιρούς.

Τόσα χρόνια, εκεί.

Χωρίς σταματημό.

Και το φώς να βιώνει παράνομα

πάνω απ’ τις στάχτες των καμένων φτερών σου

 

Ετσι αποχαιρετιστήκαμε….

Πες μου την περιοχή!

Μια τρέλα,όλα μια φωτιά!
Άδεια τοπία γέμισαν συνουσία.
Παραβιασμένες προφυλάξεις.
Κι είπες θα πάρεις την πτήση των επτά.
Πες μου την περιοχή.
Ένα παρανάλωμα!
Πες μου την περιοχή!
Απανωτοί οργασμοί κλεμμένης εφηβείας.
Πες μου την περιοχή!!!
Γιατί δεν άντεχες αποβραδίς……..

Έτσι αποχαιρετιστήκαμε το άλλο πρωί.
Μες την απόλυτη σιωπή……
Και πού να βρίσκαμε τις λέξεις;
Ξοδεύτηκαν άσκοπα,
Μέσα σε τόση διαδικτυακή αγάπη.

Εικόνα

2/3/14

KUCUK BIR SEHIR

Yine de kucuk sehrimiz de her sey ayni 
Eski belediye, kosede pastahane, islak sokak lambalari,
Hic birsey degismedi.
Giriste eski paspas,
Bos oda da pencere pevrazinda yigilmis siirler,
El yazilari masaya dagilmis,
Surekli sana yazdim.
Bogazda gulumseyen bir fotografin,
Havaya senin sessizliginle konustum.
Yolun asagisinda bu aksam yine gece oluyor.
Hicbirsey inkar etmiyor varligini.
Ne yaparsam yapayim,
Kucuk bir sehir her gece beni uykumda takip ediyor…

YAZAR : ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΗΜΗΝΤΗΡΑ
CEVIRI : NUREL HELVACI SALIHΕικόνα