Εις το επανιδείν

1267885-8

Ο πρακτικός νοσοκόμος ήταν πάντως , πάντα στην ώρα του.
Με την χλαίνη του ,τα ξεχαρβαλωμένα κουμπιά και τις λασπωμένες μπότες.Τις σκούπιζε καλά στην πόρτα ,μετά τις έβγαζε και με τις τρύπιες κάλτσες του έμπαινε στο δωμάτιο.
Καλησπέρα σας.
Η γριά χήρα διόρθωνε το μεσοφόρι της.
Αυτός καυτηρίαζε την βελόνα με το τσακμάκι του και με το λεπτό κεντρί του προχωρούσε κατά πάνω μου σαν επιδέξιος χειρούργος.
Υποσχόταν . Μα δεν ήταν σίγουρος.
Ένας σωρός ξηλωμένα κουμπιά μύριζαν κάμφορα.
Τα βουτούσαν μετά στον καφέ.
Υγειένεται!
Η γριά που πενθούσε ξεκαρδίζονταν.
Άναβε τσιγάρο .Εμένα ο καπνός με ηρεμούσε.
Στο τέλος υποκλίνονταν
Εις το επανιδείν
Οι Άγιοι οι Πάντες όρθιοι όλη μέρα ,κρεμασμένοι στον τοίχο,
κουράζονταν απ’ τα λόγια ,τα παρακάλια ,τις εντριβές ,τις πολλές ασπιρίνες,δρασκελούσαν κρυφά το βράδυ το προσκεφάλι μου και τραβούσαν μαζί με τον νοσοκόμο για τα καφενεία. Αγκάλιαζα τότε την πάνινη κούκλα μου. Ήταν παραφουσκωμένη με σπόρους μα είχε μια μικρή τρυπούλα ανάμεσα στα σκέλια της και άδειαζε.Τότε την έδερνα δυνατά και με μια ψιλή βελόνα την έραβα.Πονούσε κι έκλαιγε ασταμάτητα. < Είναι για το καλό σου> της έλεγα. Δεν μιλούσε .Δεν έλεγε τίποτα .Δεν το καταλάβαινε. Μόνο έκλαιγε σιγανά ,έκλαιγε ,όλο έκλαιγε ,αχ Θεέ μου έκλαιγε τόσο πολύ….

Κ.Σημηντήρα

Στο Νοσοκομείο

Στη μνήμη του Γιώργου Ραγκάτση
van gong

Ηλιοβασίλεμα ήταν
Καπνίζαμε και οι τρεις στο προαύλιο
Καρκίνος του λάρυγγα
Βαμμένος με γλυκό τριανταφυλλί

Πέταξες ξαφνικά με δύναμη τα τσιγάρα σου
Ένοχα έβαλα τα δικά μου στην τσάντα μου
Εκείνος κάπνιζε το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο
Δεν σταματούσε
Το βλέμμα του, απόκοσμο
Σε τι θα ωφελούσε τώρα πια;

Απόβραδο μαλακό κάτω στη λεωφόρο
Και στους θαλάμους,χαμήλωναν τα φώτα
Προλάβαμε τρέχοντας το τελευταίο αστικό
Τρίτη στάση φιλελλήνων, κατέβηκες

Από τότε
Χαθήκαμε

Εξώφυλλο

Κάποιος γύρισε τον διακόπτη

και η νύχτα
φρέσκια λαδομπογιά
χύθηκε στην πόλη.

Ένα άρρωστο φεγγάρι ξερνάει τις παρομοιώσεις του

κι εγώ βαρέθηκα να γυρίζω έξω.

Αυτήν την χρονιά θα μείνω σπίτι

Να πίνω τσάι απ’ το φλιτζάνι
Μακριά από τις άπλυτες κούπες του καφέ
Χωρίς ποιήματα και σιδερένιες μέρες
Παρέα με το ραδιοφωνάκι μου
Και μια γλάστρα ανθισμένες φωτογραφίες
πεταμένη στον φωταγωγό.

Ο χειμώνας έρχεται σούρνοντας
και σκαρφαλώνει στις πλάτες μου.

Βαραίνω επικίνδυνα

Μα είμαι άντρας
Και πρέπει να βάψω τους τοίχους.

Δημήτρης Πέτρου από την ποιητική συλλογή Α’ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ

ΣΧΕΔΙΟ ΕΠΙΒΙΩΣΕΩΣ

Juan Martinez Bengoechea _paintings_Chile_artodyssey (13)

Φθάνουν απλά πράγματα για σένα:
Ένα επάγγελμα για μέτριο βιοπορισμό
Ένα πατρώνυμο για την περίπτωση συνωνυμίας
Ένα βιβλιάριο ασθενείας για τις άσχημες μέρες
Λίγες καλές γνωριμίες, χρήσιμες επαφές
Τετράγωνη σκέψη, σωστές κουβέντες
Μετρημένη εμφάνιση
Κι ένα ευχάριστο κλίμα με τους γύρω
Να αισθάνονται ελεύθερα μαζί σου
Να μην καταλαβαίνουν πως αγαπάς την μόνωση
Κι αρχίζουν να σ’ αποφεύγουν.

(Εν τω μεταξύ αποβλέπεις πάντοτε
Σ’ ωραίους, μυστικούς στόχους,
Κι αν δεν υπάρχουν, τους επινοείς).

Για την επιτυχία του σχεδίου
Να διατηρήσεις την αισιοδοξία σου
Σε υψηλά επίπεδα.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ – ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΑΦΗΣ (1973)
(εκδ. ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ)

Ο Βασίλης Καραβίτης γεννήθηκε στην παραμεθόρια Νέα Ορεστιάδα, μεγάλωσε στον Πειραιά και ανδρώθηκε στην Αθήνα της δεκαετίας του’50, όπου σπούδασε νομικά και δικηγορούσε για αρκετά χρόνια. Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, δύο πεζογραφήματα και έχει μεταφράσει ξένη μεταπολεμική ποίηση και ιδιαιτέρως ορισμένους καινοτόμους και άγνωστους τότε στην Ελλάδα Πολωνούς ποιητές (Χέρμπετ, Μιλότς, Ρουζέβιτς, Σιμπόρσκα, κ.ά.). Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων και για πολλά χρόνια από τους τακτικούς συνεργάτες του περιοδικού Διαγώνιος στη Θεσσαλονίκη.

πίνακας
Juan Martinez Bengoechea

Une vie

Μια ζωή

Θα είχε τον χρόνο να ξεφυλλίζει αναμνήσεις; Βρισκόταν
μπροστά, μόλις και μετά βίας στραμμένη στο παρελθόν`
θα υπήρχε τότε η μυρωδιά αχυρώνα και κουζίνας στην αγροικία,
ψωμιά βουτηγμένα στο λάδι του καλοκαιριού των βουνών της Λυών,

χοροεσπερίδες, καφενεία στη Ντιζόν πνιγμένα στα τσιγάρα
βραδιές ανάγνωσης στο οικοτροφείο, ένα κρυφό φως κάτω από τα σεντόνια,
ένα θλιβερό ραντεβού στην Ελβετία, όταν μόνη και ανήλικη
είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να εγκαταλείψει – η λευκή αυγή στην Καμπανία,

όλα τα χρώματα της γης που εξερεύνησε με μια γεύση εκδίκησης για ταξίδια,
ο θάνατος του αδελφού στο κάτω μέρος μιας χαράδρας, η συνηθισμένη θλίψη γι΄αυτούς που χάνονται: γονείς, παλιοί φίλοι, ο σύζυγος

τόσο καταλαγιασμένη, ώστε είναι δύσκολο να φανερωθεί έστω για μια φορά, έπειτα τελευταία εικόνα
μακριά, ανάμεσα από ματόκλαδα ψημένα από αλάτι και ήλιο, στο φόντο η θάλασσα να τρεμοπαίζει
πάντα, είμαι σίγουρος, η εικόνα ενός παιδιού

Une vie

Aura-t-elle eu le temps de feuilleter des souvenirs ? Elle était
en façade fort peu versée vers le passé ; il y aurait alors eu
l’odeur d’étable et de cuisine à la ferme natale,
des pains frottés d’huile d’olive l’été dans les monts du Lyonnais,

des bals de promotion, des cafés à Dijon noyés de cigarettes,
les nuits à lire à l’internat, une lampe cachée sous les draps,
un triste rendez-vous en Suisse, quand seule et mineure,
elle avait en vain tenté d’avorter – l’aube blanche en Champagne,

toutes les teintes d’une terre arpentée par goût revanchard du voyage,
la mort d’un frère au fond d’un ravin, la souffrance
ordinaire de ce qu’on perd : parents, vieux amis, un mari

diminué qu’on s’obstine un temps à sortir, puis en dernière image
au loin entre les cils brûlés de sel et de soleil sur fond tremblant de mer
à jamais j’en suis sûr le profil d’un enfant.
.
olivier barbarand

Μετάφραση Άντυ Δημητριάδου

Πίνακας
Ο Γιώργος Ρόρρης γεννήθηκε το 1963 στον Κοσμά Κυνουρίας.
Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και μετά με υποτροφία στο Παρίσι.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα

Ανδρονίκη 2013

9-3-thumb-large

She

SHE

She lives on a moor in the north.
She lives alone.
Spring opens like a blade there.
I travel all day on trains and bring a lot of books—

some for my mother, some for me
including The Collected Works Of Emily Brontë.
This is my favourite author.

Also my main fear, which I mean to confront.
Whenever I visit my mother
I feel I am turning into Emily Brontë,

my lonely life around me like a moor,
my ungainly body stumping over the mud flats with a look of transformation
that dies when I come in the kitchen door.
What meat is it, Emily, we need?

anne carsonAnnCarson_NewBioImage