απόσπασμα

Ακριβώς μετά τον εμφύλιο ξεκίνησαν οι πρώτες προσφυγοπούλες να περνούν τον χωματόδρομο που χώριζε τα δύο χωριά  ντυμένες νύφες. Ωστόσο υπήρξαν πολλά επεισόδια πριν γίνει εντελώς αποδεκτό. Κάποιες απειλούσαν πως θα έπαιρναν ποντικοφάρμακο αν δεν τις δέχονταν οι πεθερές και κάποιες πήραν ποντικοφάρμακό αλλά τις πρόλαβαν και τις παντρεύτηκαν. Ύστερα από  αυτά τα γεγονότα, τα δυο χωριά γίνανε ένα, με τα συγγενολόια να έρχονται στα σπίτια των ντόπιων. Χρειάστηκαν άλλα δέκα χρόνια  συμβιβασμού για να περάσει στην απέναντι μεριά του χωματόδρομου ,στα προσφυγικά ,η πρώτη ντόπια κοπέλα ντυμένη νύφη. Οι πρόσφυγες ήταν δουλευταράδες και πολλές οικογένειες που είχαν έρθει από την ορεινή ανατολική Θράκη είχαν φέρει μαζί τους κοπάδια με αρνιά και γίδια μιας και ο δρόμος για να έρθουν δεν είχε Θάλασσα και η απόσταση δεν ήταν αξεπέραστο εμπόδιο για τους ανθρώπους των κοπαδιών αφού η δουλεία τους ήταν να μετακινούνται για να βρίσκουν βοσκή τα ζώα. Ένας από αυτούς που άλλοι τον φώναζαν Τσομπάνο και άλλοι Προβατά  πρόκοψε πολύ, πούλησε τα γίδια αγόρασε φορτηγό, έφερνε ξυλεία και την πουλούσε στην γύρω περιοχή, ύστερα έβαλε οδηγό στο φορτηγό τον Μανώλη έναν μαυριδερό άντρα, χωρατατζή που είχε μια παχουλή καλόκαρδη γυναίκα  και ένα σπιτάκι πνιγμένο στο λουλουδικό. Ο Προβατάς άνοιξε συγχρόνως μπακάλικο που το κρατούσε στην αρχή η γυναίκα του κι αργότερα όταν αυτή γεννοβολούσε συνεχώς προσέλαβε υπάλληλο έναν φτωχό, υπάκουο, και  τίμιο πρόσφυγα, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα . Έτσι μάζευε και έσφιγγε τον παρά , αγόραζε  μια χωράφια μια οικόπεδα. Οι ντόπιοι κλειστοί άνθρωποι, αργοί, με μια μυστικότητα από προαίσθημα  και μια ησυχία απέραντη στην συμπεριφορά τους ,με κεφάλι κατεβασμένο από τόσους αιώνες σκλαβιάς και πολέμων στην πλάτη τους, φτωχοί και εξαθλιωμένοι, πουλούσαν τα σπίτια τους σωρηδόν στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 και έφευγαν στη Θεσσαλονίκη να δουλέψουν εργάτες. Αυτά τα οικόπεδα αγόραζε ο Προβατάς και τα έπαιρνε μισοτιμής , πατούσε πάνω στις ανάγκες των ανθρώπων. Τα αξιοποιούσε, φέρνοντας αργότερα επί δικτατορίας εκτός από ξυλεία, υλικά οικοδομών αφού οι κάτοικοι τα χρειάζονταν επειγόντως και τα πλήρωναν της μετρητοίς επειδή οι δικτάτορες όταν ήρθαν στην εξουσία χάρισαν αμέσως τα χρέη των αγροτών στις τράπεζες και έδωσαν δωρεάν στεγαστικά δάνεια. Ένας οργασμός οικοδομικός πλημμύρισε τους μαχαλάδες των δύο χωριών. Άνθρωποι που έμεναν μέχρι και δέκα άτομα σε ένα καλύβι, ανακουφίστηκαν. Σχεδόν σε κάθε αυλή ξεφύτρωνε ένα σπίτι που είχε το ίδιο σχέδιο με τα υπόλοιπα. Μια κουζίνα, ένα σαλόνι και δύο υπνοδωμάτια. Μόνο το αποχωρητήριο εξακολουθούσε να είναι  υπαίθριο. Γιατί εκτός που το θεωρούσαν βρομιά να κάνουν την ανάγκη τους μέσα στα σπίτια, δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό. Ούτε το επάγγελμα του υδραυλικού υπήρχε . Απλά είχαν μια βρύση στην αυλή που εξυπηρετούσε τα πάντα, έπιναν αυτοί ,έπιναν τα ζώα, ποτίζονταν και ο λαχανόκηπός. Αργότερα όταν βγήκαν τα πλαστικά λάστιχα ,ένωναν ένα λάστιχο με την κυρίως βρύση της αυλής και το κατεύθυναν στο νεροχύτη της κουζίνας τους .Άνοιγαν και μια τρύπα στον τοίχο με ένα μικρό σωλήνα για τα απόνερα κι αυτό ήταν όλο. Έτρεχαν τα υπολείμματα των φαγητών, λαδωμένα, ανακατεμένα με σαπούνι έξω πάνω στο χώμα εκτεθειμένα στον καυτό ήλιο του μεσημεριού, βούιζε σύννεφο η μύγα το καλοκαίρι. Από την μια πλευρά οι σωροί με τις κοπριές των ζώων ,που έπρεπε να ξεραθούν για να καούν ,από την άλλη τα αποχωρητήρια, ανοιχτοί λάκκοι, ξεσκέπαστοι , βρωμούσε ο τόπος με τις πρώτες ζέστες της άνοιξης ,ευτυχώς τα οικόπεδα ήταν μεγάλα και το χωριό αραιοκατοικημένο. Ο Νικόλας ήταν σχεδόν ο μοναδικός που δεν πήρε το στεγαστικό δάνειο που δώριζε η χούντα. Πρώτον ήταν στεναχωρημένος που κυβερνούσαν οι δικτάτορες, αν και ανήκε στην Δεξιά παράταξη από παράδοση ήταν παραπάνω δημοκρατικός από ότι του  επιτρεπόταν και απόδειξη ήταν πως δεν φοβήθηκε, ενώ ήταν πρόεδρος στην κοινότητα δεν αποδέχτηκε την πρόταση της αστυνομίας να παραμείνει. Έδωσε αμέσως  παραίτηση μόλις η χούντα ανέλαβε την εξουσία απογοητεύοντας μια μεγάλη μερίδα της Δεξιάς που τον στήριζε. Δεύτερον δεν ήθελε με κανένα τρόπο να χτίσει ένα καινούργιο σπίτι με θέα τις αγελάδες των γειτόνων και της αναθυμιάσεις από τις κοπριές που καίγονταν αργά, αργά μέρα – νύχτα σχεδόν όλες τις εποχές. Είχε κληρονομήσει ένα  διώροφο σπίτι από τον πατέρα του, που πέθανε ενώ αυτός υπηρετούσε ακόμη στο Ναυτικό. Αναγκάστηκα διέκοψε την θητεία  του και γύρισε στο χωριό δεκαοχτώ χρονών παιδί σαν προστάτης οικογενείας και άλλον κανένα στο κόσμο δεν είχε, παρά μόνο την μάνα του, χήρα χαροκαμένη. Το πρώτο της αγόρι το έχασε ένα χειμωνιάτικο βράδυ ,μωρό μες στις φασκιές από ίκτερο, ίσα, ίσα που πρόλαβαν να το αεροβαπτίσουν, το δεύτερο ήταν κορίτσι , η Άννα, πέθανε πέντε χρονών χωρίς ποτέ να μάθουν την πραγματική αιτία θανάτου, το τρίτο πέθανε και αυτό μικρό, μια μέρα φθινοπωρινή από κοιλόπονο. Το τέταρτο κορίτσι μεγάλωνε και άνθιζε μέχρι που στην ηλικία των δεκατεσσάρων χρονών μια ανοιξιάτική βραδιά παραπονέθηκε πως είχε σφαχτές στην κοιλιά. Την άλλη μέρα το πρωί έφυγαν όλοι μαζί με το κάρο άρον, άρον για την Θεσσαλονίκη και για καλύτερα δεν πήγαν στο Νοσοκομείο παρά σε  έναν ξακουστό και φημισμένο γιατρό, επί πληρωμή. Ο γιατρός αφού την εξέτασε είπε ότι δεν ήταν τίποτα σοβαρό και να μην ανησυχούν καθόλου, ένα απλό κρύωμα μόνο « Ζέστα πανιά με κάμφορα στην κοιλιά» τους συμβούλευσε. Μα όσο της βάζανε ζεστά πανιά τόσο ανέβαινε ο πυρετός και το κορίτσι το έσφαζαν οι πόνοι. Δεν πέρασε βδομάδα νύχτα ζέψανε πάλι το κάρο και ξεκίνησαν για το νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης .Ξημερώματα αγκαλιά μάνα και πατέρας την ανέβασαν τις σκάλες, μα μέχρι να την τακτοποιήσουν στο κρεβάτι και να έρθουν οι γιατροί, « Κατίνα με γνωρίζεις κορίτσι μου, ποιά είμαι» «Η μάνα» είπε κι αμέσως έγειρε το κεφάλι της και πέθανε .Η σκωληκοειδίτιδα έσπασε. Οξεία περιτονίτιδα έγραφε το πόρισμα του γιατρού. Ο Νικόλας ήταν τότε επτά χρονών. Η μάνα του δεν έβγαλε ποτέ τα μαύρα και οι μέρες τους ύστερα από εκείνη την στιγμή  κουβαλούσαν πάντα μια ατέρμονη τραγικότητα

απόσπασμα

Ακριβώς μετά τον εμφύλιο ξεκίνησαν οι πρώτες προσφυγοπούλες να περνούν τον χωματόδρομο που χώριζε τα δύο χωριά  ντυμένες νύφες. Ωστόσο υπήρξαν πολλά επεισόδια πριν γίνει εντελώς αποδεκτό. Κάποιες απειλούσαν πως θα έπαιρναν ποντικοφάρμακο αν δεν τις δέχονταν οι πεθερές και κάποιες πήραν ποντικοφάρμακό αλλά τις πρόλαβαν και τις παντρεύτηκαν. Ύστερα από  αυτά τα γεγονότα, τα δυο χωριά γίνανε ένα, με τα συγγενολόια να έρχονται στα σπίτια των ντόπιων. Χρειάστηκαν άλλα δέκα χρόνια  συμβιβασμού για να περάσει στην απέναντι μεριά του χωματόδρομου ,στα προσφυγικά ,η πρώτη ντόπια κοπέλα ντυμένη νύφη. Οι πρόσφυγες ήταν δουλευταράδες και πολλές οικογένειες που είχαν έρθει από την ορεινή ανατολική Θράκη είχαν φέρει μαζί τους κοπάδια με αρνιά και γίδια μιας και ο δρόμος για να έρθουν δεν είχε Θάλασσα και η απόσταση δεν ήταν αξεπέραστο εμπόδιο για τους ανθρώπους των κοπαδιών αφού η δουλεία τους ήταν να μετακινούνται για να βρίσκουν βοσκή τα ζώα. Ένας από αυτούς που άλλοι τον φώναζαν Τσομπάνο και άλλοι Προβατά  πρόκοψε πολύ, πούλησε τα γίδια αγόρασε φορτηγό, έφερνε ξυλεία και την πουλούσε στην γύρω περιοχή, ύστερα έβαλε οδηγό στο φορτηγό τον Μανώλη έναν μαυριδερό άντρα, χωρατατζή που είχε μια παχουλή καλόκαρδη γυναίκα  και ένα σπιτάκι πνιγμένο στο λουλουδικό. Ο Προβατάς άνοιξε συγχρόνως μπακάλικο που το κρατούσε στην αρχή η γυναίκα του κι αργότερα όταν αυτή γεννοβολούσε συνεχώς προσέλαβε υπάλληλο έναν φτωχό, υπάκουο, και  τίμιο πρόσφυγα, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα . Έτσι μάζευε και έσφιγγε τον παρά , αγόραζε  μια χωράφια μια οικόπεδα. Οι ντόπιοι κλειστοί άνθρωποι, αργοί, με μια μυστικότητα από προαίσθημα  και μια ησυχία απέραντη στην συμπεριφορά τους ,με κεφάλι κατεβασμένο από τόσους αιώνες σκλαβιάς και πολέμων στην πλάτη τους, φτωχοί και εξαθλιωμένοι, πουλούσαν τα σπίτια τους σωρηδόν στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 και έφευγαν στη Θεσσαλονίκη να δουλέψουν εργάτες. Αυτά τα οικόπεδα αγόραζε ο Προβατάς και τα έπαιρνε μισοτιμής , πατούσε πάνω στις ανάγκες των ανθρώπων. Τα αξιοποιούσε, φέρνοντας αργότερα επί δικτατορίας εκτός από ξυλεία, υλικά οικοδομών αφού οι κάτοικοι τα χρειάζονταν επειγόντως και τα πλήρωναν της μετρητοίς επειδή οι δικτάτορες όταν ήρθαν στην εξουσία χάρισαν αμέσως τα χρέη των αγροτών στις τράπεζες και έδωσαν δωρεάν στεγαστικά δάνεια. Ένας οργασμός οικοδομικός πλημμύρισε τους μαχαλάδες των δύο χωριών. Άνθρωποι που έμεναν μέχρι και δέκα άτομα σε ένα καλύβι, ανακουφίστηκαν. Σχεδόν σε κάθε αυλή ξεφύτρωνε ένα σπίτι που είχε το ίδιο σχέδιο με τα υπόλοιπα. Μια κουζίνα, ένα σαλόνι και δύο υπνοδωμάτια. Μόνο το αποχωρητήριο εξακολουθούσε να είναι  υπαίθριο. Γιατί εκτός που το θεωρούσαν βρομιά να κάνουν την ανάγκη τους μέσα στα σπίτια, δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό. Ούτε το επάγγελμα του υδραυλικού υπήρχε . Απλά είχαν μια βρύση στην αυλή που εξυπηρετούσε τα πάντα, έπιναν αυτοί ,έπιναν τα ζώα, ποτίζονταν και ο λαχανόκηπός. Αργότερα όταν βγήκαν τα πλαστικά λάστιχα ,ένωναν ένα λάστιχο με την κυρίως βρύση της αυλής και το κατεύθυναν στο νεροχύτη της κουζίνας τους .Άνοιγαν και μια τρύπα στον τοίχο με ένα μικρό σωλήνα για τα απόνερα κι αυτό ήταν όλο. Έτρεχαν τα υπολείμματα των φαγητών, λαδωμένα, ανακατεμένα με σαπούνι έξω πάνω στο χώμα εκτεθειμένα στον καυτό ήλιο του μεσημεριού, βούιζε σύννεφο η μύγα το καλοκαίρι. Από την μια πλευρά οι σωροί με τις κοπριές των ζώων ,που έπρεπε να ξεραθούν για να καούν ,από την άλλη τα αποχωρητήρια, ανοιχτοί λάκκοι, ξεσκέπαστοι , βρωμούσε ο τόπος με τις πρώτες ζέστες της άνοιξης ,ευτυχώς τα οικόπεδα ήταν μεγάλα και το χωριό αραιοκατοικημένο. Ο Νικόλας ήταν σχεδόν ο μοναδικός που δεν πήρε το στεγαστικό δάνειο που δώριζε η χούντα. Πρώτον ήταν στεναχωρημένος που κυβερνούσαν οι δικτάτορες, αν και ανήκε στην Δεξιά παράταξη από παράδοση ήταν παραπάνω δημοκρατικός από ότι του  επιτρεπόταν και απόδειξη ήταν πως δεν φοβήθηκε, ενώ ήταν πρόεδρος στην κοινότητα δεν αποδέχτηκε την πρόταση της αστυνομίας να παραμείνει. Έδωσε αμέσως  παραίτηση μόλις η χούντα ανέλαβε την εξουσία απογοητεύοντας μια μεγάλη μερίδα της Δεξιάς που τον στήριζε. Δεύτερον δεν ήθελε με κανένα τρόπο να χτίσει ένα καινούργιο σπίτι με θέα τις αγελάδες των γειτόνων και της αναθυμιάσεις από τις κοπριές που καίγονταν αργά, αργά μέρα – νύχτα σχεδόν όλες τις εποχές. Είχε κληρονομήσει ένα  διώροφο σπίτι από τον πατέρα του, που πέθανε ενώ αυτός υπηρετούσε ακόμη στο Ναυτικό. Αναγκάστηκα διέκοψε την θητεία  του και γύρισε στο χωριό δεκαοχτώ χρονών παιδί σαν προστάτης οικογενείας και άλλον κανένα στο κόσμο δεν είχε, παρά μόνο την μάνα του, χήρα χαροκαμένη. Το πρώτο της αγόρι το έχασε ένα χειμωνιάτικο βράδυ ,μωρό μες στις φασκιές από ίκτερο, ίσα, ίσα που πρόλαβαν να το αεροβαπτίσουν, το δεύτερο ήταν κορίτσι , η Άννα, πέθανε πέντε χρονών χωρίς ποτέ να μάθουν την πραγματική αιτία θανάτου, το τρίτο πέθανε και αυτό μικρό, μια μέρα φθινοπωρινή από κοιλόπονο. Το τέταρτο κορίτσι μεγάλωνε και άνθιζε μέχρι που στην ηλικία των δεκατεσσάρων χρονών μια ανοιξιάτική βραδιά παραπονέθηκε πως είχε σφαχτές στην κοιλιά. Την άλλη μέρα το πρωί έφυγαν όλοι μαζί με το κάρο άρον, άρον για την Θεσσαλονίκη και για καλύτερα δεν πήγαν στο Νοσοκομείο παρά σε  έναν ξακουστό και φημισμένο γιατρό, επί πληρωμή. Ο γιατρός αφού την εξέτασε είπε ότι δεν ήταν τίποτα σοβαρό και να μην ανησυχούν καθόλου, ένα απλό κρύωμα μόνο « Ζέστα πανιά με κάμφορα στην κοιλιά» τους συμβούλευσε. Μα όσο της βάζανε ζεστά πανιά τόσο ανέβαινε ο πυρετός και το κορίτσι το έσφαζαν οι πόνοι. Δεν πέρασε βδομάδα νύχτα ζέψανε πάλι το κάρο και ξεκίνησαν για το νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης .Ξημερώματα αγκαλιά μάνα και πατέρας την ανέβασαν τις σκάλες, μα μέχρι να την τακτοποιήσουν στο κρεβάτι και να έρθουν οι γιατροί, « Κατίνα με γνωρίζεις κορίτσι μου, ποιά είμαι» «Η μάνα» είπε κι αμέσως έγειρε το κεφάλι της και πέθανε .Η σκωληκοειδίτιδα έσπασε. Οξεία περιτονίτιδα έγραφε το πόρισμα του γιατρού. Ο Νικόλας ήταν τότε επτά χρονών. Η μάνα του δεν έβγαλε ποτέ τα μαύρα και οι μέρες τους ύστερα από εκείνη την στιγμή  κουβαλούσαν πάντα μια ατέρμονη τραγικότητα

Advertisements