Απόσπασμα από το βιβλίο Κινηματογράφος Βιολέτα

top2

Ο  Γιώργος Οικονόμου ήταν γυρολόγος  στα νιάτα του .Τριγυρνούσε στις γειτονιές των χωριών και πουλούσε στις γυναίκες από έρωτα μέχρι μπάντες ψευτοβελούδινες με μυστικούς δείπνους, που έρχονταν έλεγε με καράβια από τα Ιεροσόλυμα και ήταν αγιασμένες και ορκίζονταν στα κόκαλα του παππού του και για τα δύο.  Έντυναν με αυτές οι γυναίκες τους τοίχους, τους στόλιζαν και μετά γονάτιζαν και προσεύχονταν μυστικά στο Χριστό να τους συγχωρεθεί το αμάρτημα της μοιχείας. Έτσι ξελόγιασε και την Φανή που την έβαλε στο μάτι γιατί ήταν όμορφη, από οικογένεια με όνομα  στο χωριό. Τον παντρεύτηκε παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της, που ρώτησαν για αυτόν στα μέρη του και έμαθαν πως ήταν ένας φτωχοδιάβολος και πως από δέκα χρονών ήταν παραπαίδι σε έναν Εβραίο έμπορο υφασμάτων ονόματι Σαούλ στο Μπεζεστένι. Σπούδασε από μικρός την πονηριά των Εβραίων, ψυχολογούσε τους ανθρώπους, ανέτρεπε τους πρώτους ενδοιασμούς των γυναικών , χρησιμοποιώντας την γοητεία του, λέξεις και πλάνες. Δεν χρειαζόταν πολλά ο Γιώργος, ένα μαγαζάκι ήθελε και μια πρώτη σιρμαγιά που αυτά τα είχε η Φανή  με το παραπάνω. Σπίτι διώροφο της δώσανε προίκα .Πάνω το σαλόνι και τα υπνοδωμάτια και κάτω η κουζίνα, ένας οντάς και το μαγαζί γωνιακό με μια μεγάλη τζαμαρία επάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού που ήταν ασφαλτοστρωμένος ,λείος , ανεμπόδιστος οδηγούσε στην μεγάλη πολιτεία. Γιατί οι υπόλοιποι  δρόμοι  ήταν στενοί και δαιδαλώδεις. Χωμάτινοι, όλο στροφές κι αδιέξοδα. Με βαθιά χαντάκια δεξιά και αριστερά, για να στραγγίζουν τα νερά της βροχής , όπου μέσα τους φύτρωναν κάθε άνοιξη πάντα οι ίδιες ποικιλίες αγκαθιών, πράσινες και αθώες στην αρχή, πολλαπλασιάζονταν ανεξέλεγκτα το καλοκαίρι ,φούντωναν και μεγάλωναν άναρχα κι όσο η ζέστη γινόταν αφόρητη και το χώμα σκόνη τριφτή, σκλήρυναν σαν μεταλλικές καρφίτσες , κουρελιάζοντας σε κάθε φύσημα του αγέρα τα θεόρατα πλατύφυλλα λάπατα. Αλλά αυτός το κακό το χούι δεν το έκοψε, δεν άφηνε ευκαιρίες να του ξεφύγουν, ελεύθερες, χήρες  παντρεμένες, δεν λογάριαζε. Ήταν και το επάγγελμα τέτοιο, είχε να κάνει όλο με θηλυκά. Ξεδίπλωνε το τόπι και έριχνε το ύφασμα με μια μαεστρία  πάνω στον ώμο τους  μπροστά στον ολόσωμο καθρέπτη και ενώ τις κολάκευε, κολλούσε επάνω τους να τον νοιώσουν στητό και ντούρο  κι όταν αυτές δεν τραβιόταν, προχωρούσε σιγά ,σιγά ,πρώτα ένα χάδι στο λαιμό που κατέβαινε στο ντεκολτέ και στο στήθος. Η Φανή υπέφερε. Μετά την γέννηση των δύο κοριτσιών πριν προλάβουν αυτά να ξεπεράσουν την νηπιακή ηλικία αρρώστησε βαριά. Ένα είδος παραλυσίας.Έμεινε κατάκοιτη σε ένα ντιβάνι στο ισόγειο του σπιτιού για λίγα χρόνια ,ώσπου πέθανε, βλέποντας όλο αυτό το διάστημα της αρρώστιας της  να περνά  αγκαλιά με τις ερωμένες του από μπροστά της  και να τις ανεβάζει στο πάνω πάτωμα στο μεγάλο  κρεβάτι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s