Απόσπασμα

Ένα απόγευμα λοιπόν, σε μια από αυτές τις επισκέψεις, ο υποψήφιος γαμπρός εκτελωνιστής στο επάγγελμα ήρθε με την μάνα του. Κοντός και χοντρός, κάθισε σε μια πολυθρόνα5Erotas-horis-antapokrisi και άχνα δεν έβγαζε, αλλά η μάνα του γλωσσοκοπάνα. Δεν σταματούσε .Η Λένα φορούσε το καθιερωμένο σοβαρό ταγέρ. «Αχ θα μας κάψει ο θεός σήμερα με αυτά που κάνει η νεολαία» έλεγε και κουνούσε ένα χοντρό δάχτυλό με ένα μεγάλο δαχτυλίδι «Ορίστε η κοπέλα ,πως είπαμε σε λένε κορίτσι μου;» «Ελένη» «Να η Ελένη σοβαρή με την φούστα όχι που γυρίζουν με τα παντελόνια και με τα τσιγάρα οι αλήτισσες, μα το είπε ο προφήτης Ιωνάθαν πριν χιλιάδες χρόνια πως θα έρθουν καιροί που οι γυναίκες θα κυκλοφορούν σαν άντρες και χειρότερα. Σόδομα και Γόμορρα. Βέβαια. Το προφήτευσε ο προφήτης!» Είχαν φάει και το συκαλάκι, είχαν πιει και το νερό και δεν έλεγε κανένας να σηκωθεί από την πολυθρόνα. Κάποια στιγμή η μανά της πετάγεται και ρωτάει « Ο γαμπρός δεν θα έρθει; »Νόμισε πως ο γαμπρός ήταν ο συμπέθερος ! .
‘’Αυτήν να κάνεις πεθερά να φτύσεις το γάλα που ήπιες» της έλεγε η Λένα στην επιστροφή .Έλα όμως που το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Άγγελος ήταν αυτή μπρος την μετέπειτα πεθερά της . Την μάνα του προκομμένου. Ζήτημα να υπήρχαν δέκα τέτοιες σε όλο τον πλανήτη. Και η μια ήταν το τυχερό της Λένας. Αυτή τους κατέστρεψε. Και την δουλεία της που διέκοψε, εξ αιτίας της ήταν. Τα παιδιά ήταν μικρά και από το πρωί μέχρι το μεσημέρι που σχολούσε την βοηθούσε η μάνα της σε καθημερινή βάση. Τρία λεωφορεία άλλαζε η γυναίκα για να πάει και τρία για να φύγει. Σε αυτό δεν μπορούσε να της φάει το δίκαιο της μάνας της, από τα χαράματα ξυπνούσε για να κρατήσει η Λένα την δουλειά. Και αυτό γιατί αυτός ο άχρηστος την πήγε στου διαόλου την μάνα να μείνουνε .Ενώ είχαν νοικιάσει σπίτι στο θησείο ,παλιά οικοδομή βέβαια και στο πέμπτο χωρίς ασανσέρ, αλλά κεντρικά πώς να το κάνουμε Έκανε αυτός κάτι εμπόρια και χρειαζόταν αποθήκη και βγήκαν τελείως έξω από την Αθήνα και νοίκιασαν σπίτι. Πάνω από μια ώρα της έπαιρνε της Λένας καθημερινά να φτάσει με την συγκοινωνία στη δουλειά της. Εκείνη την χρονιά έπεφτε Δευτέρα η 28η Οκτωβρίου. Η Λένα ήταν χαρούμενη που θα καθόταν τρεις μέρες συνεχόμενες στο σπίτι με τα παιδιά και σχεδίαζε όλη την εβδομάδα πως θα περάσουν. Την Παρασκευή το μεσημέρι κατέφθασε αυτή από το χωριό χωρίς προειδοποίηση. Και όλο το Σαββατοκύριακο δεν σταμάτησε να μιλάει πως δεν χρειάζεται να δουλεύει και πως αυτό είναι πρόβλημα του άντρα. «Εσύ να καθίσεις με τα παιδιά σου ,να τα μεγαλώσεις ,δεν έχεις καμία δουλειά να αφήνεις το σπίτι σου και τα μωρά σου» «Δεν γίνεται αυτό μητέρα άλλωστε τα χρειαζόμαστε τα χρήματα» «Αυτός άντρας είναι να κόψει το κεφάλι του ,εσύ θα είσαι στο σπίτι σου Κυρία, όχι να τρέχεις πρωί ,πρωί και τα παιδιά να μεγαλώνουν χωρίς την μάνα τους» «Μα σπούδασα μητέρα για να έχω σήμερα μια δουλειά ,άλλωστε δουλειά γραφείου είναι» «Εγώ ακούς τι σου λέω, η γυναίκα είναι για το σπίτι πάει και τελείωσε». Συμπλήρωνε και ο γιος που ζήλευε σαν τρελός. «Καλά λέει η μάνα μου ,βγάζω εγώ ,μας φτάνουν» επέμενε αυτή «Αν ήθελες να δουλεύεις τι έκανες παιδιά;» «Θα με τρελάνετε; αφήνεται έτσι η δουλειά ;φέτος θα είναι λίγο δύσκολα αλλά του χρόνου η μεγάλη θα πάει παιδικό οπότε θα αρχίσουμε να μπαίνουμε σε μια σειρά» «Βρε ακούς τι σου λέει ο άντρας σου τώρα ,δεν θέλει να πας στην δουλειά!» Όλο το τριήμερο με γκρίνια. Τρίτη πρωί η Λένα της άφησε τα παιδιά , ειδοποίησε την μάνα της να μην έρθει και πήγε στην δουλειά. Το απόγευμα έγινε μεγάλη φασαρία, έκλαιγαν και τα μωρά, χαμός! «Αύριο θα πας και θα τους πεις να βρούνε άλλη στο πόστο σου.» «Καλά γίνονται έτσι αυτά και τι δικαιολογία θα βρω;» «Θα πεις στον διευθυντή πως αρρώστησε η μάνα σου και δεν μπορεί να κρατήσει τα παιδιά».
Πήγε η Λένα την άλλη μέρα στη δουλειά ,άγρυπνη ,συγχυσμένη ,δεν ήξερε τι να κάνει. Ένας φίλος του πατέρα της είχε μεσολαβήσει στην εταιρεία τότε και είχε μιλήσει στον διευθυντή με τα καλύτερα λόγια για αυτήν. Και πράγματι η Λένα μπήκε αμέσως στο νόημα της δουλειάς .Πολλές φορές καθόταν παραπάνω ώρες γιατί το ήθελε. Την αγάπησε την εταιρεία και της το αναγνώριζαν αυτό. Χαιρόταν η Λένα που η εταιρεία πήγαινε καλά. Τι να έλεγε τώρα; Πώς να τα παρατούσε; Δεν θα τα παρατούσε ας έκαναν ότι ήθελαν. Αυτήν την φορά δεν θα τα παρατούσε. Το μεσημέρι πήρε τηλέφωνο μια γειτόνισσα που είχαν γνωριστεί και έπιναν πολλές φορές καφεδάκι παρέα. Το και το της λέει έλα στο σπίτι ,τάχα πως κάτι με θέλεις ,μπροστά σου δεν θα πουν τίποτα ,μέχρι να φύγει ο άντρας μου για την δουλειά .Όντως η Λένα γυρίζοντας την βρήκε στο σπίτι. «Τι χαμπάρια ;όλα καλά;» «Να ήρθα να μου δώσεις εκείνο το πλεχτό να βγάλω το σχέδιο  ,το σεμέν ξέρεις….Εσύ τι κάνεις;» Πετάγεται η πεθερά «Τι να κάνει τώρα που σταμάτησε και την δουλεία θα βλέπεστε περισσότερο .Τους είπες ότι δεν θα ξαναπάς;»
«Θα ξαναπάω» είπε η Λένα. Ο άντρας της ήταν στο σαλόνι. Αυτές μιλούσαν στην κουζίνα.
Την φώναξε μέσα. «Τους είπες ότι σταματάς; Φέρε μου τα παπούτσια γιατί άργησα ,τι μας κουβαλήθηκε η γειτόνισσα μεσημεριάτικα να μην μπορούμε να κυκλοφορήσουμε στο σπίτι» «Δεν είναι μεσημεριάτικα, Η ώρα πήγε τέσσερις  και στη δουλειά θα ξαναπάω.» Γυρνώντας στην κουζίνα πήρε τα παπούτσια του και είπε στην πεθερά της «Μητέρα δώσε σε παρακαλώ τα παπούτσια στο Γιώργο» «Εγώ τριάντα χρόνια τον υπηρετούσα να τα πας εσύ» Η Λένα πήγε και πέταξε τα παπούτσια μπροστά στα πόδια του και ξαναγύρισε στην κουζίνα.
Ο Γιώργος έφυγε χωρίς να χαιρετήσει. «Αν δεν ακούς τον άντρα σου να φύγεις από το σπίτι» της επιτέθηκε η πεθερά. «Εσύ και ο γιο σου να φύγετε από το σπίτι» ξέσπασε η Λένα και έδωσε το μωρό που έκλαιγε στην αγκαλιά της γειτόνισσας. «Ποιος πληρώνει το ενοίκιο;» στρίγκλισε η πεθερά.
«Γιατί εγώ δεν δουλεύω;» και κατευθείαν βγήκε από το σπίτι να προλάβει τον άντρα της. Είχε βάλει το αμάξι μπρος εκείνος , έτοιμος να ξεκινήσει. «Γύρνα πίσω αμέσως τσίριξε η Λένα και κανόνισε τι θα κάνεις με την μάνα σου» Όταν μπήκαν στο σπίτι αυτή είχε ετοιμάσει το σάκο της, σάμπως και τι είχε μέσα, αλλά τέλος πάντων είχε κλείσει το φερμουάρ, είχε φορέσει το παλτό της τα παπούτσια της έτοιμη για δρόμο. Μόλις είδε τον Γιώργο άρχισε να καταριέται τη Λένα, μέχρι να την βάλει στο αμάξι όλο το οικοδομικό τετράγωνο την άκουσε. Η Λένα ήθελε να ανοίξει η γη και να την καταπιεί. «Μην στεναχωριέσαι βρε χαζή ,την χωριάτα ,δεν είναι στα καλά της η γυναίκα δεν το βλέπεις ,είναι για δέσιμο» την παρηγορούσε η φίλη της. «Άντε κάνε καφέ να πιούμε».Η Λένα έκανε τον καφέ και τα δάκρυα έσταζαν όταν χτύπησε το κουδούνι . Άνοιξε την πόρτα και η διπλανή που άκουσε την φασαρία και ήταν μεγάλη κουτσομπόλα μπήκε μέσα. «Τι πάθατε καλέ; Τι πράμα είναι αυτή η πεθερά σου πω πω! Κάνε και μένα ένα καφέ» Καθίσαν αυτές να πιούνε τον καφέ ενώ η Λένα έβαλε την μεγάλη για ύπνο, το μικρό που είχε πλαντάξει στο κλάμα πρωτύτερα ήδη κοιμόταν. Το κοίταξε τρυφερά και γύρισε στην κουζίνα. Μέχρι να εξηγήσει για πιο λόγο έγινε η φασαρία, να δικαιολογήσει την κατάσταση, αυτός γύρισε και μπροστά στις γυναίκες της είπε με την αγριοφωνάρα του «Εμείς τελειώσαμε, σε χωρίζω, δεν είσαι εσύ γυναίκα για σπίτι ,αλήτρα».Της ήρθε μια ζαλάδα, μια σκοτοδίνη, την ντρόπιασε,την εκμηδένισε μπροστά στις ξένες γυναίκες . «Γύρισες γρήγορα ,δεν την πήγε στο χωριό;» τόλμησε να ρωτήσει η κουτσομπόλα. Η Λένα μάζεψε το κουράγιο της «Γυναίκες πάτε στα σπίτια σας» Έφυγαν αυτές σαν ζεματισμένες. «Να φύγεις ,να φύγεις τώρα!» ,δεν άντεχε άλλο ,τρία χρόνια παντρεμένη είχε μαυρίσει η ψυχή της .Αυτός ετοίμαζε τάχα τα ρούχα του. Το κοριτσάκι που δεν είχε προλάβει να κοιμηθεί κοίταζε σαστισμένο. «’Ελα αγάπη μου να αποχαιρετήσεις τον μπαμπά σου γιατί φεύγει για ταξίδι». Το παιδάκι πήγε κοντά του αυτός το αγκάλιασε αλλά από την καρέκλα δεν σηκώνονταν να φύγει να γκρεμοτσακιστεί .Μόλις είδε την απόφαση στα μάτια της Λένας άλλαξε ζουρνά. Είπε πως μάλωσε με την μάνα του και ότι την άφησε στα κτελ ,δεν την πήγε στο χωριό και ότι της είπε να μην ξανάρθει στο σπίτι τους αλλά αν αγαπούσε τα παιδιά της έπρεπε να σταματήσει την δουλειά να μην τραβήξει άλλο το σχοινί, αυτός θα έκανε δυο δουλειές από εδώ και στο εξής και ότι την αγαπούσε και να τον συγχωρήσει που παραφέρθηκε αλλά έχασε τον έλεγχο. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα τι να έκανε η Λένα με δυό μικρά παιδιά. Να πήγαινε πίσω στον πατέρα της, και άλλη πίκρα να τον δώσει; Χώρια η μάνα της που θα της έτρωγε την ψυχή. Οικονομικά δεν ήταν στα καλύτερα οι γονείς της εκείνο τον καιρό γιατί είχαν έξοδα με τα φροντιστήρια της αδερφή της ,λύκειο πήγαινε. Να πάει και αυτή να τους φορτώσει δύο παιδιά; Που να πάει; το μωρό ήταν 6 μηνών και το μεγαλύτερο δυόμιση χρονών . Έτσι η Λένα κάθισε στα αυγά της ,ήταν και ο έρωτας στη μέση ,τον αγαπούσε ακόμη . Το βράδυ σαν ξάπλωσαν άπλωσε αυτός δειλά ,δειλά το χέρι του και την αγκάλιασε ,αυτή δεν αντέδρασε ήταν τόσο εξασθενημένη από την σύγχυση και το κλάμα όλη μέρα ,δεν είχε κουράγιο να αντισταθεί κι όταν το χέρι του προχώρησε στο στήθος της του παραδόθηκε .Αργότερα το σκυλομετάνιωσε και αυτός που χάθηκε η δουλειά, αλλά τι να το κάνεις ,ήταν αργά.

Κατερίνα Σημηντήρα

πίνακας Αλίκη Παναγιωτοπούλου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s