κινηματογράφος βιολέτα

απόσπασμα

fragkiskos-doukakhs-5-thumb-large

‘Οσα χρόνια ήταν κατάκοιτη η Φανή, μπαινόβγαινε και βοηθούσε καθημερινά στις δουλειές του σπιτιού η Λεμονιά. Μια γυναίκα αυστηρή, με μια κινητικότητα απαράμιλλη για την ηλικία των πενήντα ετών.Με μάτια διογκωμένα, εξόφθαλμα, εξ αιτίας μιας βρογχοκήλης που μεγάλωσε με τα χρόνια και κρεμόταν σαν λειρί κάτω από το πιγούνι της . Ζούσε με τον άντρα της έναν χοντρό και κοντό ανθρωποειδές που δεν είχε ποτέ δουλειά , σε ένα καλυβάκι δύο δωματίων πίσω από το σπίτι του Οικονόμου. Αυτή φρόντιζε τα παιδιά, μαγείρευε και από συμπόνια και γιατί  εξασφάλιζε την δική τους επιβίωση, μιας και ο Οικονόμου ήταν γαλαντόμος, δεν λογάριαζε τον παρά και ο άντρας της  τεμπέλης, ξαπλωμένος όλη μέρα στο νυφιάτικο διπλό κρεβάτι, με τα ροζ τενεκεδένια κάγκελα, προίκα της Λεμονιάς κι αυτό, μαζί με μια αγελάδα και μια ομπρέλα κόκκινη, κατέφθασε πριν επτά χρόνια στο χωριό με τον γέρο πατέρα της να σμίξει την ζωή της, με αυτήν του αχαΐρευτου. Ο προξενητής, ένας ξενομερίτης ,έτυχε να φιλοξενηθεί δυο βραδιές στο χωριό στο πατρικό σπίτι των Μπατουλαίων ,ένα στενόμακρο χαμηλό καλύβι όπου ζούσαν μέσα  οκτώ νοματαίοι. Επάνω στη συζήτηση ανέφεραν για τον Σωτήρη που είχε χηρέψει με δύο παιδιά και πόσο δύσκολα ήταν να τα μεγαλώνει η μάνα του. Τότε αυτός τους μίλησε  για την Λεμονιά,μια χωριανή του τίμια και προκομμένη ,αλλά  έμεινε στο ράφι « εξ αιτίας μιας βρογχοκήλης που απωθούσε τους άντρες» είπε. Αμέσως αυτοί δέχτηκαν να γίνει το προξενιό  γιατί ήξεραν πως τον Σωτήρη  καμιά δεν τον έπαιρνε ούτε  απ’ το χωριό ,ούτε απ’ στα περίχωρα.

Οι ντόπιοι κουβαλούσαν μέσα τους την σιωπή και την μοναξιά του απέραντου βάλτου, φτωχοί αγρότες ήταν, χριστιανοί ορθόδοξοι, δεν ήταν φτιαγμένοι για μάρτυρες. Άλλωστε κανένας δεν ήξερε κάτι με σιγουριά για τον Σωτήρη ,μόνο ότι σάπιζε από το ξύλο έξω στην αυλή την γυναίκα του, ακόμα και άρρωστη όταν ήταν μέχρι που την ξέβρασε η θάλασσα μια μέρα  κι άφησε τα παιδιά της ορφανά. Αλλά γιατί και πως,  κανένας δεν ρωτούσε και δεν ανακατεύονταν.Ήταν από ότι ακούγονταν αλλόκοτη. Μπορεί να έφταιγε κι αυτή και τον ανάγκαζε να παραφέρεται. Γιατί κατά τα άλλα ο Σωτήρης, εκτός από την τεμπελιά δεν είχε δώσει δικαιώματα. Έτσι  η Λεμονιά έφτασε μια Παρασκευή στο χωριό, μα όταν είδε το σπίτι  και  τους νοματαίους τρόμαξε. Αποφάσισε με βαριά καρδιά να πουλήσει την αγελάδα και να χτίσει το σπιτάκι με τα δύο δωμάτια.

Ο Σωτήρης ήταν ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια του ,με τα κορίτσια είχε διαφορά δεκαπέντε χρόνια με την μεγάλη και δεκαοκτώ με την μικρή. Όταν έκλεισε η πρώτη του αδερφή η Σοφία τα πέντε της χρόνια, της έσπασε την παρθενιά σιγά-σιγά μέσα στον ύπνο της με το δάχτυλο. Η Σοφία πόνεσε, έβγαλε μια δυνατή τσιρίδα και έκλαψε παραπονιάρικα. Η μάνα του που κοιμόταν καταγής ξύπνησε απ’ την τσιρίδα και ρώτησε τι έπαθε το παιδί μα ο Σωτήρης την καθησύχασε  «Όνειρο κακό θα είδε μάνα, κοιμήσου θα την νανουρίσω εγώ» και το σκοτάδι ήτανε πίσσα.  Την άφησε όμως να μεγαλώσει κι άλλο πριν την σχίσει σαν καρδερίνα στα δύο. Η Σοφία αυτόν τον κόσμο γνώρισε και έτσι νόμιζε για χρόνια πως ήταν ο κόσμος. Το ίδιο έκανε και με το μικρότερο κορίτσι ,όταν έφτασε στην ηλικία των τεσσάρων.

Ήταν μια μέρα συννεφιασμένη του Οκτώβρη και τα αδέλφια του έσπερναν στο χωράφι σιτάρι. Η μάνα καθισμένη σε μια πέτρα απόμερα στην αυλή καθάριζε κρεμμύδια, μα ένα μυγάκι μπήκε στο μάτι της κι όσο το σκούπιζε τόσο δάκρυζε. Μια  το μυγάκι, μια τα κρεμμύδια αναγκάστηκε να σηκωθεί. Μπήκε στο σπίτι να δούν τα κορίτσια αν ήταν έντομο να το φυσήξουν. Ο Σωτήρης πάντα αδιάθετος πάλι δεν είχε πάει στο χωράφι ,ξάπλωνε στο μέσα δωμάτιο. Μόλις την είδε η Σοφία στην πόρτα τρόμαξε, έχασε το χρώμα της  και την τράβηξε με δύναμη προς τα έξω. Μα αυτή πρόλαβε να ακούσει τα βογγητά από την μέσα κάμαρα και φοβήθηκε, παραμέρισε με  μια σπρωξιά την Σοφία, άνοιξε διάπλατα την πόρτα και είδε ολόγυμνο το στερνοπαίδι της καβάλα στο Σωτήρη. Δεν πρόλαβε να βγάλει κιχ , πετάχτηκε σαν ελατήριο ο Σωτήρης απ’ το κρεβάτι, της έπιασε σφιχτά το μπράτσο και την κόλλησε στον τοίχο «Μιλιά δεν θα βγάλεις όσο ζεις» της είπε. «Μιλιά μάνα αλλιώς πρέπει να πάμε να πέσουμε στο ποτάμι όλοι μας» την ικέτευσε η Σοφία . Η μικρή στεκόταν ολόγυμνη, κοίταζε αμήχανη μια τον ένα μια τον άλλο σαν να μην καταλάβαινε. Κι η μάνα άχνα δεν έβγαλε ,μόνο κατέβασε την μαύρη μαντήλα της  ως την μύτη και δεν την ξανασήκωσε ως το θάνατο.  Όμως τον  πάντρεψε βιαστικά  αν και η ζημιά είχε γίνει στα κορίτσια. Απ’ τον πρώτο χρόνο το κατάλαβε η γυναίκα του, γιατί τα κορίτσια είχαν συνηθίσει με άντρα και πλάγιαζαν με τον Σωτήρη όταν έλειπαν οι άλλοι άντρες από το σπίτι. Τον φοβέρισε μια μέρα πως θα μιλήσει κι έφαγε τόσο ξύλο που δεν τόλμησε να βγάλει άχνα ξανα. Μέχρι και η μάνα  την κακομεταχειρίζονταν από φόβο μην ξεστομίσει τίποτα. Τον άφηνε να την δέρνει ανελέητα με το παραμικρό, ακόμα και στην αυλή, στον κόσμο έλεγε πως έχει νευρικά και  ότι δεν είναι στα καλά της. Μια ορφανή κοπέλα ήτανε που επέζησε από την φθίση όταν ξέκανε την οικογένεια της. Πού να πήγαινε έγκυος με την κοιλιά στο στόμα. Πέντε χρόνια άντεξε , ίσα ,ίσα που γέννησε το δεύτερο αγόρι. Μήνα Νοέμβρη ,ανήμερα του Άι Μηνά, την έβγαλαν  οι  ψαράδες, τουμπανιασμένη  απ’ την Θάλασσα. Είχε χαθεί πριν δύο μέρες . Κανένας δεν έμαθε ποτέ αν αυτοκτόνησε ή  σαλεμένη γλίστρησε στο ποτάμι.

Κατερίνα Σημηντήρα

Πίνακας Φραγκίσκος Δουκάκης

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s