απόσπασμα κινηματογράφος βιολέτα

Όfragkiskos_doukakhs_9ταν ο Γιώργος Οικονόμου άνοιξε το μαγαζί με τα υφάσματα, η Σοφία ήταν 15 χρονών. Είχε  μπροστά στην τζαμένια βιτρίνα ανάμεσα στα τόπια,μια τσαντούλα ψάθινη με ένα ροζ τριαντάφυλλο ραμμένο επάνω της. Όλα τα κορίτσια του χωριού την χάζευαν. Καλοκαίρι ήταν, απόγευμα, η ζέστη δεν είχε κοπάσει μα το μαγαζί του Γιώργου ήταν δροσερό ,είχε τέντα μπροστά και μια σίτα στην πόρτα για να προφυλάσσει τα υφάσματα απ’ το ξεθώριασμα και τα μυγοφτύσματα. Η Σοφία μπήκε διστακτικά στο μαγαζί, λεφτά δεν είχε για την αγοράσει, αλλά ήθελε από περιέργεια να μάθει πόσο έκανε η τσάντα . Ο Οικονόμου την υποδέχτηκε με ένα πλατύ χαμόγελο « Έλα πέρασε μέσα , έλα μην διστάζεις, να δεις  που έχω μια οργαντίνα για σένα, θα σου πηγαίνει πολύ!» της είπε. «’Όχι ήρθα για την τσάντα, πόσο κάνει;» τον ρώτησε δειλά. « Α για την τσάντα στην βιτρίνα λες, η αλήθεια είναι πως την έχω για να στολίζει τα υφάσματα, όχι για πούλημα, μα αν πρόκειται για σένα το συζητάμε , έλα κάθισε εδώ» . Την τράβηξε από το χέρι και την έβαλε να καθίσει σε ένα καναμπεδάκι που είχε για να ξεκουράζονται οι πελάτισσες και κάθισε κι αυτός δίπλα της.»Μεγάλωσες εσύ ,κοπελάρα έγινες»Το γόνατό του ακούμπησε δήθεν από οικειότητα το γόνατο της Σοφίας. Η Σοφία δεν τραβήχτηκε, αμέσως μπήκε στο νόημα «Για δείξε μου και την οργαντίνα» του είπε χαριτολογώντας βάζοντας το ένα πόδι  πάνω στο άλλο. Ο Γιώργος χαμογέλασε, σηκώθηκε και έφερε ένα τόπι ρολό, ελαφρύ σαν την οργαντίνα, ξετύλιξε δύο μέτρα με τον αέρα ενός πεπειραμένου και της είπε « Σήκω να το δοκιμάσουμε». Έριξε το ύφασμα πάνω στον ώμο της, άφησε το τόπι να γλιστρήσει και κόλλησε πίσω της πιάνοντας την μέση της για να το συγκρατήσει  Τον ένοιωσε πάνω της σκληρό, δεν κουνήθηκε, τον άφησε να τις μιλάει για το ύφασμα,για το πόσο ομόρφυνε, ενώ τα χέρια του της χάιδευα το στήθος. Οι ρόγες είχαν γίνει στραγάλια «  Σου αρέσει;» την ρώτησε. «Πολύ, μα μήπως δεν πρέπει; » του απάντησε αναστενάζοντας βαθιά. Ο Γιώργος κλείδωσε την πόρτα, έκλεισε τα κανάτια με μια σβελτάδα και την άρπαξε στην αγκαλιά του «Πρέπει κούκλα μου ,πρέπει» ,την φίλησε δυνατά στο στόμα και ανακάλυψε εκείνο το απόγευμα πως η Σοφία όχι μόνο δεν ήταν παρθένα αλλά είχε την  εμπειρία μιας πουτανίτσας. Ο Οικονόμου ξετρελάθηκε μαζί της, την ανέβαζε από τότε όλο και πιο συχνά στον πάνω όροφο στο μεγάλο κρεβάτι.
Ο Σωτήρης το κατάλαβε από την συμπεριφορά της. Τον απέφευγε με διάφορες προφάσεις. Ζήλεψε και μια μέρα της έδωσε ένα χαστούκι. Τότε αυτή τον έφτυσε μες στα μούτρα. «Ποίον φτύνεις μωρέ πουτάνα» της είπε και την ξαναχτύπησε. «Εσένα, χτύπα όσο θες, εσένα θα φτύνω βρομιάρη ,καιρός να μάθει ο κόσμος ποιος είσαι!» Τσίριξε τόσο δυνατά που ακούστηκε μέχρι το δρόμο. Ο Σωτήρης δεν την άγγιξε ξανά γιατί είδε στο βλέμμα της την απόφαση και κατάλαβε πως ήταν  ικανή για όλα.

Κατερίνα Σημηντήρα

πίνακας Φραγκίσκος Δουκάκης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s