Κατίνα

Απόσπασμα από το διήγημα ‘Κατίνα’ της Κατερίνας Σημηντήρα

Ο χειρότερος άνθρωπος ήταν. Όλα τα κακά τα είχε. Πρώτα,πρώτα ήταν πρόστυχος, πώς να βάλει καμιά κοπέλα στο χέρι και μετά να την ξεφτιλίσει, να την καταστρέψει. Τεμπέλης μεγάλος, τα χωράφια του τα νοίκιαζε, δεν τα δούλευε.

Advertisements

Μαρίκα

Απόσπασμα από διήγημα της Κατερίνας Σημηντήρα
Αυτή εσύ δεν την θυμάσαι. Ήσουνα μικρός .  Όμορφη, ήταν και καλή μαθήτρια στο δημοτικό, αλλά φτώχεια κείνα τα χρόνια, που λεφτά για γυμνάσια κι τέτοια. Μεγάλη οικογένεια, άλλα πέντε αδέρφια  το κατόπι της. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη. Παντού δούλευε ,άμα τελείωνε το θέρος, δούλευε στους μπαξέδες ή στα καπνά όπου έβρισκε και απ΄τον Σεπτέμβρη έφευγαν μαζί με άλλα κορίτσια απ’ το χωριό στα καμποχώρια ,μάζευαν βαμβάκια  μέχρι που χειμώνιαζε. Προκομμένη πολύ και ωραία, κάτι τσιτάκια ρετάλια αγόραζε, αλλά είχε σώμα λαμπάδα και την έστρωναν ταμάμ . Ο πατέρα της, ο κυρ Θανάσης , ήταν  τεμπελάκος , όμως δούλευαν όλα τα παιδιά  σαν μεγάλωσαν λίγο, πολεμιόταν κάπως η φτώχεια, εκείνο που δεν πολεμιόταν με τίποτα ήταν η μάνα της , η Αγλαΐα. Στριμμένου έντερο, όλα την έφταιγαν. Αν δεν έφαγε ξύλο από τον κυρ-Θανάση, σκοτωμένη την είχε, μα μυαλό δεν έβαζε, απελπίστηκε ο άνθρωπος , την παράτησε, στο τέλος δεν την έδινε σημασία. Κι στόμα να δεις εσύ, ασυνάρτητο, ευτυχώς τα παιδιά της δεν την έμοιασαν ,βγήκαν φρόνιμα αλλά με τέτοια μάνα, μια καθυστέρηση στην αντίληψη την είχαν, κι όσο να πεις αυτός ο περιορισμός να κατανοούν εύκολα μια κατάσταση, αύξανε την καχυποψία τους, ένοιωθαν ανασφάλεια ,καλλιεργούνταν ασυνείδητα η κουτοπονηριά . Εκτός από την Μαρίκα,  Μαρίκα έλεγαν την κοπέλα, όλα τα άλλα παιδιά μέχρι να βγάλουν το δημοτικό είδαν και έπαθαν, έμεναν και ξανά έμειναν στάσιμα, γεγονός αποδεκτό και συνηθισμένο στην οικογένεια.

Κι νονός που τα βάπτισε δεν τα είχε τετρακόσια, ξέφευγε κι αυτός,  για αυτό  ήταν κι ανύπαντρος , γεροντοπαλίκαρο , και έτσι θα έμεινε αν δεν τον προξένευαν με μια σοβαρή γυναίκα, που έχασε  τον άντρα της στον εμφύλιο, όταν πέρασε με τους κομμουνιστές τα σύνορα και χάθηκε στο παραπέτασμα.  Η γυναίκα έμεινε πίσω, με ένα κοριτσάκι μικρό,τον πήρε από ανάγκη, σάματις οικοδόμος ήταν, ένα μεροκάματο έφερνε. Την Αγλαΐα όμως την έτρωγε η ζήλια, αλώνιζε τις γειτονιές και την κατηγορούσε, τάχα δεν ήταν τίμια που ξαναπαντρεύτηκε, δεν ήταν νοικοκυρά, ντάρα -ντάρα το στόμα της δεν το έκλεινε,όλο κουσούρια την έβρισκε και μια μέρα που βρέθηκαν στην βρύση κατά τύχη και γέμιζαν τα γκιούμια , λόγο στο λόγο, άρπαξε  πέτρες και την πετροβόλησε την γυναίκα. Τόσο δεν έλεγχε τα ένστικτα και τον θυμό της ,θαρρείς και τον γούσταρε τον κουμπάρο, αλλά δεν ήταν αλήθεια, δεν ήταν αυτό που την έκαιγε και την πλήγωνε, ήταν που ο άντρας της μετά το τελευταίο παιδί δεν την πλησίασε ξανά ερωτικά. Είχε να δει χαρά στα σκέλια της πάνω από δέκα χρόνια, προτιμούσε να κοιμάται στο ντιβάνι της κουζίνα παρά μαζί της στο δωμάτιο. Αυτή η περιφρόνηση , την ταπείνωνε και την εξαγρίωνε, θηρίο γίνονταν.

Η Μαρίκα είχε κι αυτή τα όνειρα της,ήθελε προϋποθέσεις για να ερωτευτεί, ήθελε  ο άντρας να την αγαπήσει πολύ, να την κυνηγήσει, να κάνει θυσίες για χάρη της. Την ζητούσαν κάποιοι από την περιοχή, ο ένας ήταν φτωχός, ο άλλος μαυριδερός, ο άλλος κουμαρτζής κι εδώ που τα λέμε δεν την ζήτησε κι κανένας της προκοπής. Η Αγλαΐα βιάζονταν να την παντρέψει να ξεμπερδεύει γιατί το κατόπι είχε άλλες τρεις. Σε ένα δωμάτιο κοιμόταν όλοι, ένα κρεβάτι κι κάτω χώμα. Μόνο ο άντρας  της κοιμόταν στην κουζίνα. Ζύμωναν την λάσπη με το άχυρο το καλοκαίρι κι το άλειφαν πάνω στο χώμα, αυτό στέγνωνε και σκλήρυνε με την ζέστη, γίνονταν μπετόν, έστρωναν από πάνω  κουρελούδες και εκεί κάτω κοιμόταν. Με πλήθια ήταν χτισμένο και πίσω κολλητά ήταν το μαντρί με τα πρόβατα. Ένα καλοκαίρι ,ζέστη, έβραζε ο τόπος, τα πρόβατα τα έπιασε μια αρρώστια και ψοφούσαν,σαν πράσα έπεφταν κατά γης. Από τα τριάντα πέντε καμία δεκαριά σώθηκαν και κείνα τα πούλησαν στους χασάπηδες για σφαγή. Τότε ήταν που ξεκίνησαν τα κορίτσια να ξενιτεύονται στα καμποχώρια. Η Αγλαία είχε ένα σταροχώραφο προίκα, αρχές του εξήντα το πούλησε και λίγο με τα  λεφτά απ’ τα αρνιά, λίγο με τα μεροκάματα των παιδιών, έχτισαν τρία δωμάτια καινούργια με τούβλα και μια τουαλέτα έξω σαν σπιτάκι με λεκάνη καταγής από μωσαϊκό. Ένοιωσε κυρά κι αρχόντισσα .Το παρώνομα τους ήταν  Μπέογλου και έλεγε αργότερα στους γαμπρούς πως με χρυσά γράμματα ήταν γραμμένο για να εξηγήσει πως δεν ήταν ότι κι ότι, είχαν καταγωγή.

Η Μαρίκα κόντευε τα είκοσι επτά και για κείνο τον καιρό θεωρούνταν μεγαλοκοπέλα αφού τα είκοσι δυο ήταν το όριο.  Η Αγλαΐα γεροντοκόρη την ανέβαζε ,γεροντοκόρη την κατέβαζε, παρ’ ότι ήταν το δεξί της  χέρι στις δουλειές ,ήθελε να τελειώνει  με την αυτήν, να παντρευτεί να σηκωθεί να φύγει. ‘Όλο γκρίνια απ το πρωί μέχρι το βράδυ, μάλωνε και με τον κυρ Θανάση συνέχεια ,είχαν αγανακτήσει τα παιδιά, είχαν μπουχτίσει από τις φασαρίες. Μια μέρα αυτός είχε καλεσμένους στο καφενείο του χωριού κάτι πολιτικάντηδες από την Σαλονίκη ,γιατί μπλέκονταν λίγο με την πολιτική, είχε πολεμήσει στην Αλβανία και μετά στον Εμφύλιο με τον τακτικό στρατό .Ήταν κι σόι μεγάλο, είχε ψήφους, τον είχαν ανάγκη. Ο καφετζής ετοίμαζε μεζέδες και αυτός είχε αγοράσει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας μοσχαρίσιο και το είχε πάει από το πρωί  στην Αγλαΐα να το μαγειρέψει για να το κουβαλήσει στο καφενείο, να ευχαριστήσει τους καλεσμένους. Όταν πήγε το μεσημέρι να το πάρει ,το βρήκε πάνω στο τραπέζι έτσι όπως το άφησε το πρωί ωμό.  Με κείνο το κρέας είχε και κόκκαλα, άρχισε να την χτυπάει όπου έβρισκε, δεν λογάριαζε, ήξερε ότι επίτηδες δεν το μαγείρεψε, να τον ρεζιλέψει.

Κείνο το καλοκαίρι τα κορίτσια μάζευαν καπνά  στα  χωριά της Πιερίας, σαν γύριζαν απ’ τα χωράφια έβγαιναν σεργιάνι στην πλατεία όλες μαζί. Ένας φορτηγατζής , μεγάλο μούτρο, έβαλε στο μάτι την Μαρίκα. Σε δυο μήνες την κατάφερε, τον ερωτεύτηκε, την πήγαινε παντού με το φορτηγό, στα ουζερί, σε μπουζουξίδικα της περιφέρειάς, την έλεγε έχω σπίτι ,της έταζε παντρειά ,μέχρι  στο σόι του μια Κυριακή  την σύστησε, οι άνθρωποι έκαναν τον σταυρό τους, σαν την είδαν, μπας και νοικοκυρεύονταν  το ρεμάλι…..συνεχίζεται

Εικαστικά: Οι Έλληνες ζωγράφοι του Αργυροκάστρου

μυωπία

Διήγημα της Κατερίνας Σημηντήρα

Εγώ που λιες δεν έβλιεπα καθαρά στο δημοτικό, αλλά που να του ξέρω; Στην τρίτη δημοτικού είχαμι μια δασκάλα ντιπ χαζή. Ευθυμία την έλιεγαν. Στο πρώτο θρανίο όλου κάθουμαν κι πάλι Θαμπή την  έβλιεπα. Είχε ένα χάρτη  τεράστιο, τον κρεμούσε σ’ ένα καρφί πάνω απ’ τον πίνακα και με ρωτούσε με ποιες χώρες συνορεύει η Ελλάδα; Έδειχνε αυτή με την βέργα τα γράμματα που έγραφαν, ας πούμε  Βουλγαρία. «Τι γράφει εδώ;» με έλιεγε.  Εγώ τα έβλιεπα θολά, δεν μπορούσα να τα διαβάσω. Έλιεγε άλλον, κείνος τα διάβαζε μια χαρά. Και δεν την έκουβε όλο το χρόνο να αναρωτηθεί αφού το παιδί διαβάζει από το βιβλίο την ανάγνωση ,στο χάρτη  γιατί δεν μπορεί να τα διαβάσει; Ούτε τι έγραφε στο πίνακα έβλιεπα, αντέγραφα από την διπλανή μ’. Ένα χρόνο αντέγραφα κι δε με ρώτησε ποτές γιατί αντιγράφω. Όταν πήραμε τα ενδεικτικά στο τέλος ,θα με έβαζε εννιά, αλλά με έβαλε δέκα Άριστα γιατί ο μπαμπάς μ’ ήταν πρόεδρος στο χωριό κι όσο να πεις του προέδρου η κόρη  δεν γίνονταν να είναι κατώτερη, να μην πάρει δεκάρι, αλλά τον τόνο δεν μου τον έβαλε, γιατί είπε στην μάνα μ’ ήμουν λίγο επιπόλαια και κείνη στεναχωρέθηκε  πολύ γιατί  ήθελε το δέκα να έχει τόνο.

Στην Τετάρτη δημοτικού είχαμι άλλη δασκάλα, εγώ συνέχιζα να μην βλιέπω  στο πίνακα.  Ρωτούσε η μάνα μ’ όταν την έβλιεπε στις παρελάσεις, πως πάει το κορίτσι, μαθαίνει;. Είναι λίγο επιπόλαια έλιεγε κι αυτή. Τι θα πει αυτή η λέξη κυρά δασκάλα ξαναρωτούσε η μάνα μ’. Δεν δίνει προσοχή στον πίνακα όταν γράφω, αλλού ρεμβάζει. Το ρεμβάζει το άφηνε, κι άλλη άγνωστη λέξη απανωτά! Ντροπή. Εμένα σφίγγονταν η ψυχή  μ’ μην με κολλήσουν κανένα παρατσούκλι γιατί το επιπόλαια κάτι σαν χαζή με φαίνονταν ένα πράμα. Όταν θύμωνε η μάνα μ’ εκτός από το «φωτιά να σε κάψει» που το είχα συνηθίσει και δεν το έβαζα σημασία, με πετούσε κι ένα επιπόλαια για εκδίκιση και με χτυπούσε στην καρδιά, γιατί για να το λεν κι οι δασκάλες, θα είχα το κουσούρ δεν γίνονταν. Μια μέρα φιλοξενούσαμε μια κοπέλα στο σπίτι μας, κρατική υπάλληλος , είχε έρθει στο χωριό για τις αρδεύσεις των χωραφιών γιατί τότε σχεδιάζονταν το δίκτυο. Και φυσικά το δικό μας το σπίτι ήταν μεγάλο ,ήταν και πρόεδρος ο μπαμπάς μ’ ,έμεινε όσο έμεινε σε μας. Αυτή με είδε που έγραφα από πολύ κοντά και με ρώτησε γιατί σκύβω τόσο πολύ. Της είπα, έτσι σκύβω. Πήρε το βιβλίο και το έβαλε σε μια απόσταση. Τι γράφει εδώ με ρώτησε. Εγώ πήγα κοντά στο βιβλίο, να δω να την πω. Το παιδί σας έχει μυωπία είπε στους γονείς μου. Η μάνα μ’ δεν την πίστεψε, αλλά ο μπαμπάς μ’ με έκανε το τεστ με το βιβλίο και κατάλαβε ότι πραγματικά έχω πρόβλημα και έπρεπε να με πάει στο γιατρό να βάλω γυαλιά. Άμα το άκουσε η μάνα μ’ τρελάθκε. Μην τυχόν τον είπε, κακό θα κάνεις, δε θα την πάρει κανένας , ανύπαντρη θα μείνει, θα την καταστρέψεις, θα λεν να η στραβή,  δεν έχει από αυτό που λέτε, και με έδειχνε μια λεκάνη και με ρωτούσε την βλιέπεις; Την έβλιεπα ολόκληρη λεκάνη .Να ορίστε πως δεν βλιέπει;

Τίποτα, δεν άκουγε ο μπαμπάς μ’ και την άλλη μέρα πήρε και μένα και αυτήν και πήγαμε στη Πόλη. Ακόμα τα θυμάμαι τα σκαλιά που ανεβαίναμε γιατί τότε δεν είχαν οι πολυκατοικίες ασανσέρ. Μπροστά ο μπαμπάς μ’ από πίσω εγώ και πιο πίσω η μάνα μ’ να με παρακαλάει  και να κλιαίει και να με λιέει« και να σε πει ο γιατρός να βάλεις γυαλιά ,εσύ να τον πεις δεν θέλω, δεν βάζω γυαλιά, να επιμένεις!» Έβαλα τελικά γυαλιά και καθάρισε ο τόπος, έβλεπα και το παραμικρό από μακριά. Μόνο λίγο στην αρχή  άμα κοίταζα κάτω, η γης πήγαινε πιο μακριά και με ζάλιζε κάπως, αναγούλιαζα και παραπατούσα, αλλά το συνήθισα. Γενικά όλα τα έβλιεπα πιο μακρινά και πιο μικρά μα πεντακάθαρα, μέχρι και το μουστάκι της δασκάλας έβλιεπα απ’ το τελευταίο θρανίο. Στο σχολείο με κορόιδευαν, άλλοι με φώναζαν γυαλάκια ,άλλοι γκαβή,  δεν μι έκαναν παρέα ,γύριζα στο σπίτι η μάνα μ’ μόλις με έβλιεπε αρχινούσε να κλαίει. Ήταν και κάτι γυαλιά μεγάλα με ένα μαύρο σκελετό, μ’ ασκήμυναν πολύ. Ήρθε καιρός και μια δεύτερη ξαδέρφη μ’ να έχει κι αυτή μυωπία. Τους έδωσε ο γιατρός και αυτούς συνταγή αλλά δεν αγόρασαν γυαλιά, δεν άφησε η θεία της μι κανένα τρόπο.

Μια μέρα μας έστειλαν να αγοράσουμε ζαρζαβατικά από  ένα μπαξέ. Εγώ με τα γυαλιά ,αυτή χωρίς  γυαλιά. Μόλις μι βλιέπει η μπαξεβάνισσα  γουρλώθηκε , γιατί φοράς γυαλιά; συ μικρό κορτσάκι  κι δεν βλιέπεις; Δεν βλιέπω καθαρά, λιέω. Ψέματα δεν συ πιστεύω. Θεία πετάχτηκε η ξαδέρφη κι μένα με είπε ο γιατρός να βάλω αλλά δεν έβαλα, τι μεις τώρα μικρά παιδιά  δεν βλιέπουμε;  Τάχα εγώ έβλιεπα κι τα φουρούσα για γούστου. Από τότε δεν τη χωνεύω. Στην εκκλησία όταν πηγαίναμε με τα έβγαζε η γιαγιά μ’ μόλις φθάναμε στο νάρθηκα, μέσα έμπαινα σαν το στραβάδι ήταν όσο να πείς και σκοτεινά τότε δεν είχε ηλεκτρικό, δεν γνώριζα κανέναν στα στασίδια. Αργότερα όταν πήγα  στο γυμνάσιο  στο κεφαλοχώρι φορούσαν και μερικά άλλα παιδιά κι παρηγορήθηκα. Αλλά μετά, ου!! Πολύς κόσμος φορούσε κι άμα σε έβλιεπαν κοπέλα να φοράς έλιεγαν είναι μόδα. Τζάμπα έκλιαιγε η μάνα μ’. Αν δεν είχα τυχερά μι τα γυαλιά. Τα καλύτερα παιδιά μι ζήτησαν. Άσχετα αν εγώ ήμουνα επιπόλαια.

Η διάρκεια της ώχρας

Ήταν δύσκολο για μας εκείνο το Φθινόπωρο, είχαμε κάθε μέρα αγωνία, χάναμε την παραγωγή. Κι ο γάμος είχε ορισθεί για τον Δεκέμβρη, δεν έπαιρνε αναβολή. Η μάνα μας ετοίμαζε  πυρετωδώς  τα προικιά, δεν προλάβαινε να αγοράζει κουβαρίστρες  βερεσέ, ενώ αγγάρεψε στην δουλειά  μέχρι και τις κουμπάρες. Η εγκυμοσύνη  ήρθε  ξαφνικά, μας βρήκε απροετοίμαστους. Ξαφνικά  ήρθαν και οι βροχές τον Οκτώβρη και δεν έλεγαν να σταματήσουν. Έβρεχε συνέχεια. Γεωργοί ήμασταν με λίγα στρέμματα. Βαμβάκια σπέρναμε. Ο πατέρας πήγαινε με το παμπάλαιο φορτηγάκι του και εξέταζε το χώμα κάθε μέρα. Λάσπη. Δεν μπορούσε να μπει  μηχανή. Οι τούφες των βαμβακιών μουσκεμένες και λασπωμένες είχαν χάσει την ποιότητα τους ,αλλά ελπίζαμε να το μαζέψουμε ,έστω και τρίτη διαλογή ,αρκεί να σταματούσε η βροχή. Στις αρχές του Νοέμβρη βγήκε ο ήλιος ένα πρωινό και ανασάναμε. Για μια βδομάδα τα σύννεφα πότε περνούσαν γρήγορα σαν πουλιά, πότε μας πλάκωναν, μα δεν έβρεχε.Οι μηχανές μπήκαν δειλά στα χωράφια. Το βαμβάκι βρόμικο, μια μάζα ανακατεμένη με υγρά φύλλα και λάσπη, γέμιζε τις πλατφόρμες. Ίσα που ξεκίνησαν, άρχισε πάλι η βροχή και δεν σταμάτησε παρά μόνο αργά, το καταχείμωνο, όταν πλέον η παραγωγή είχε καταστραφεί εντελώς. Από τα  τετρακόσια κιλά που παίρναμε συνήθως  το στρέμμα, εκείνη την χρονιά πήραμε μόνο 18 κιλά . Λιπάσματα, σπόρους, πετρέλαια  όλα τα χρωστούσαμε στην Τράπεζα.

Η αδερφή μου ήταν ερωτευμένη από το καλοκαίρι με το Σάκη. Ο Σάκης ήταν εργάτης . Ήταν στη δούλεψη κάποιου που εμπορευόνταν άχυρα και τριφύλλια. Ξένοι στα μέρη μας, γύριζαν τον κάμπο  με ένα  φορτηγό και φόρτωναν μπάλες. Είχαν νοικιασμένη μια αποθήκη, στοίβαζαν τα δεμάτια ανάλογα με την ποιότητα και δίπλα κολλημένο στον τοίχο της, ένα καμαράκι σκεπασμένο με αμιαντολαμαρίνα. Εκεί έμενε ο Σάκης. Σ΄ ένα ράντζο κοιμόταν και η τουαλέτα  αυτοσχέδια πίσω στην αυλή. Μεγάλος ήταν, κοντά σαράντα, μα δεν τα ‘δειχνε.

Η αδερφή μου μικρή κι η μάνα μας αυστηρή, παραδοσιακή, είχε φαγωθεί, δεν ησύχαζε. Έψαχνε και ξέθαβε παλιές οικογενειακές γνωριμίες που ζούσαν, εδώ και εκεί, ρωτούσε αν γνώριζαν κανέναν καλό νέο ,γιατρό ,δικηγόρο ή απλά πλούσιο, να έκαναν το προξενείο, πίεζε, γιατί αυτά με κόσμο γίνονται έλεγε με στεντόρεια φωνή, και έταζε να δώσει προίκα το ταπί του σπιτιού μας. Μια αχώνευτη δασκάλα διορισμένη παλιά στο χωριό, όπου οι μάνες των παιδιών της έστελναν με την οκά το γάλα και το τυρί για να τα προβιβάσει και εμείς την είχαμε ανεξαιρέτως όλα τα απογεύματα του χειμώνα στο σπίτι μας να πίνει τον καφέ της για να μεγαλοπιανόμαστε, μια κοινωνική συναναστροφή  της συχωρεμένης της γιαγιάς μας που τραπεζώναμε τα πανηγύρια στη μεγάλη σάλα μαζί με τον Δεσπότη και την ακολουθία του, τον οδοντίατρο  Λορετζάτο που ερχόταν πάντα με τον σοφέρ του και έστηνε το οδοντιατρείο του στο μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού μας δυο φορές την εβδομάδα αφιλοκερδώς, έναν παιδικό φίλο του πατέρα μου επαναπατριζόμενο με την γυναίκα του, που τα είχαν οικονομήσει στην Αυστραλία, μια ευκατάστατη άσχημη οικογενειακή φίλη που κατάφερε να παντρευτεί αν και μεγαλοκοπέλα  έναν ωραίο γιατρό από μια πάμφτωχη  οικογένεια και φυσικά την πρώτη της ξαδέρφη που σαν κομμώτρια είχε κάμποσες πελάτισσες που είχαν σπουδαγμένους γιους……..

Κατερίνα Σημηντήρα

πίνακας  Άντριου Γουάιεθ

Λένη

Ήταν ένα διάφανο χάραμα, είχε μια τσουχτεράδα η πάχνη ,μια ησυχία η ατμόσφαιρα που γυάλιζε αχνά, στο πρώτο κρυστάλλινο φως. Οι σιδερένιες  αμπάρες δεν είχαν ξεμανταλώσει τις ξώθυρες κι η νύστα ήταν  γλυκιά εκείνη την ώρα, κουκουλωμένη κάτω από μάλλινα χράμια, υφασμένους  πράσινους ρόμβους με άσπρα στημόνια, που είχαν τυλίξει γυναίκες νέες στο αντί, μια μέρα καλοκαιρινή σε μια χωμάτινη κίτρινη αυλή, όπου μικρά παιδιά με ενοχικά αισθήματα είχαν μια ευκαιρία ξενοιασιάς τρέχοντας γύρω από τις μπηγμένες βαθιά στο χώμα τυλίχτρες.

Ήταν λίγο προτού  ακουστεί  από μακριά ένα συνεχές, ακαθόριστο, υπόκωφο βουητό  που δεν έφερε καμιά αναστάτωση άλλη, εκτός από  κάποια χασμουρητά στις κρεβατοκάμαρες, τεντώματα και ελαφρές μετακινήσεις μελών. Μα καθώς το βουητό ανέβαινε, ξεκαθάριζαν οι ήχοι……..

  •                                                              ********
  • Η συνέχεια στο επόμενο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Μανδραγόρας.

Η Ανδρομάχη

mixani
απόσπασμα…………
Ένα αεράκι σκόρπισε τα σύννεφα, καθάρισε η ατμόσφαιρα, τα απέναντι βουνά  γίναν σκούρα μπλε και από τις κορυφές τους κατέβαιναν γκρεμοί και χαράδρες, γυάλιζαν τα βράχια. Γυάλιζαν και οι ασημένιες  παντόφλες της Ανδρομάχης, το κόκκινο βερνίκι των νυχιών της , το μπλε-μαύρο της βαφής στα κοντοκουρεμένα  μαλλιά της  που κύκλωναν το λιπόσαρκο πρόσωπο  με τα λεπτά χείλη καθώς ανοιγόκλειναν ακατάπαυστα με εκείνο το θράσος ενός  πετυχημένου ανθρώπου που είχε ξεχάσει τις πίκρες της φτώχειας. Την Θυμήθηκε έφηβη.

Πήγαιναν κανα δυο φορές τον χρόνο με την μάνα της στην Θεσσαλονίκη και αγόραζαν ρετάλια. Ραπτομηχανή δεν είχαν στο σπίτι ,είχε όμως η μοδίστρα, εκεί μετά την δουλειά τα έραβε.Καθόταν με τις ώρες και φυλλομετρούσε τα φιγουρίνια ξανά και ξανά , διάλεγε σχέδια εντυπωσιακά, τι φραμπαλάδες, τι τιράντες, τι φιογκάκια, έπιανε το χέρι της. Θα ‘ταν δεν θα ‘ταν δεκάξι χρόνων όταν αρραβωνιάστηκε. Ένας μορφονιός  από το διπλανό χωριό, της έκανε τα γλυκά μάτια σε ένα πανηγύρι έτσι που την είδε σινάμενη -κουνάμενη με το σουρωτό  κόκκινο φουστάνι ,του άναψε φωτιά . Πέντε φορές συναντήθηκαν, την έκτη έγραψε η μάνα της στο ναυτικό. Ο ναυτικός απάντησε γρήγορα με τηλεγράφημα– συμφωνώ στοπ– την ευχή μου στοπ– . Το έφερε αυτοπροσώπως ο κλητήρας της κοινότητας, κουνώντας το και φωνάζοντας από μακριά «Χαιρλίτικα, χαιρλίτικα!!». Όταν ήρθε η προξενήτρα ,μια καπάτσα πολυλογού, δέχτηκε, μουδιασμένα, αλλά δέχτηκε.

Πάνω στον χρόνο κάνανε τον γάμο. Μάζεψαν τους γείτονες στην αυλή, πέντε -έξη συγγενείς ,κουβάλησαν τραπέζια και καρέκλες από τα διπλανά σπίτια, το τζουκ μποξ του καφετζή, τηγάνισαν οι γυναίκες  κεφτέδες και πατάτες, έκοψαν σαλάτες, κρέμασαν στην ακακία μια λάμπα Λουξ  πετρελαίου, χτένισε η Ανδρομάχη τα μαλλιά μπανάνα φόρεσε κι ένα ξώπλατο λουλουδάτο τσιτάκι και δεν σταμάτησε όλο το βράδυ να χορεύει τσιφτετέλι τούρκικο . Ο ναυτικός μια από χαρά ,μια από συγκίνηση, πάνω στο μεθύσι του της έταξε μια ραπτομηχανή . Σαν ξημέρωσε η Κυριακή, ξεκρέμασαν  από τον τοίχο του σαλονιού  την τσιγκογραφία της συχωρεμένης προγιαγιάς  που πέθανε νέα από  σκωληκοειδίτιδα και κρέμασαν στην μεγάλη πρόκα το νυφικό με το πέπλο , άσπρο με πλούσιο φουρό ,μακρύ, τούλινο. Νωρίς το απόγευμα τελείωσε η τελετή στην εκκλησία του Αγίων Αποστόλων και μετά όλα του γάμου δύσκολα. Μέσα σε τρία δωμάτια  πεθερός ,πεθερά, κουνιάδος ,αυτή , ο άνδρας της ,πέντε νοματαίοι  .Έκανε υπομονή , έραβε κάτι λίγο ,όμως ξένη όσο να πεις σε εκείνο το χωριό, είχε και κάτι  ξακουστές μοδίστρες, έμπειρες ,δεν φτούρησε η δουλειά. Φτώχια και το μέγα έλεος .Τότε ήταν που χτίζονταν η βιομηχανική ζώνη και ζητούσαν επειγόντως εργάτες .Πουλούσαν οι γεωργοί τα χωράφια και έπιαναν  δουλειά στα εργοστάσια. Σίγουρα λεφτά, βρέξει χιονίσει. Μόλις ο άντρας της μπήκε στο εργοστάσιο και πήρε τα πρώτα μισθά ,νύχτα τον πήρε και έφυγαν για την Θεσσαλονίκη. Σάμπως τα έπιπλα είχαν να κουβαλήσουν,  δύο βαλίτσες και η ραπτομηχανή  όλο το βιός τους.