Η Ανδρομάχη

mixani
απόσπασμα…………
Ένα αεράκι σκόρπισε τα σύννεφα, καθάρισε η ατμόσφαιρα, τα απέναντι βουνά  γίναν σκούρα μπλε και από τις κορυφές τους κατέβαιναν γκρεμοί και χαράδρες, γυάλιζαν τα βράχια. Γυάλιζαν και οι ασημένιες  παντόφλες της Ανδρομάχης, το κόκκινο βερνίκι των νυχιών της , το μπλε-μαύρο της βαφής στα κοντοκουρεμένα  μαλλιά της  που κύκλωναν το λιπόσαρκο πρόσωπο  με τα λεπτά χείλη καθώς ανοιγόκλειναν ακατάπαυστα με εκείνο το θράσος ενός  πετυχημένου ανθρώπου που είχε ξεχάσει τις πίκρες της φτώχειας. Την Θυμήθηκε έφηβη.

Πήγαιναν κανα δυο φορές τον χρόνο με την μάνα της στην Θεσσαλονίκη και αγόραζαν ρετάλια. Ραπτομηχανή δεν είχαν στο σπίτι ,είχε όμως η μοδίστρα, εκεί μετά την δουλειά τα έραβε.Καθόταν με τις ώρες και φυλλομετρούσε τα φιγουρίνια ξανά και ξανά , διάλεγε σχέδια εντυπωσιακά, τι φραμπαλάδες, τι τιράντες, τι φιογκάκια, έπιανε το χέρι της. Θα ‘ταν δεν θα ‘ταν δεκάξι χρόνων όταν αρραβωνιάστηκε. Ένας μορφονιός  από το διπλανό χωριό, της έκανε τα γλυκά μάτια σε ένα πανηγύρι έτσι που την είδε σινάμενη -κουνάμενη με το σουρωτό  κόκκινο φουστάνι ,του άναψε φωτιά . Πέντε φορές συναντήθηκαν, την έκτη έγραψε η μάνα της στο ναυτικό. Ο ναυτικός απάντησε γρήγορα με τηλεγράφημα– συμφωνώ στοπ– την ευχή μου στοπ– . Το έφερε αυτοπροσώπως ο κλητήρας της κοινότητας, κουνώντας το και φωνάζοντας από μακριά «Χαιρλίτικα, χαιρλίτικα!!». Όταν ήρθε η προξενήτρα ,μια καπάτσα πολυλογού, δέχτηκε, μουδιασμένα, αλλά δέχτηκε.

Πάνω στον χρόνο κάνανε τον γάμο. Μάζεψαν τους γείτονες στην αυλή, πέντε -έξη συγγενείς ,κουβάλησαν τραπέζια και καρέκλες από τα διπλανά σπίτια, το τζουκ μποξ του καφετζή, τηγάνισαν οι γυναίκες  κεφτέδες και πατάτες, έκοψαν σαλάτες, κρέμασαν στην ακακία μια λάμπα Λουξ  πετρελαίου, χτένισε η Ανδρομάχη τα μαλλιά μπανάνα φόρεσε κι ένα ξώπλατο λουλουδάτο τσιτάκι και δεν σταμάτησε όλο το βράδυ να χορεύει τσιφτετέλι τούρκικο . Ο ναυτικός μια από χαρά ,μια από συγκίνηση, πάνω στο μεθύσι του της έταξε μια ραπτομηχανή . Σαν ξημέρωσε η Κυριακή, ξεκρέμασαν  από τον τοίχο του σαλονιού  την τσιγκογραφία της συχωρεμένης προγιαγιάς  που πέθανε νέα από  σκωληκοειδίτιδα και κρέμασαν στην μεγάλη πρόκα το νυφικό με το πέπλο , άσπρο με πλούσιο φουρό ,μακρύ, τούλινο. Νωρίς το απόγευμα τελείωσε η τελετή στην εκκλησία του Αγίων Αποστόλων και μετά όλα του γάμου δύσκολα. Μέσα σε τρία δωμάτια  πεθερός ,πεθερά, κουνιάδος ,αυτή , ο άνδρας της ,πέντε νοματαίοι  .Έκανε υπομονή , έραβε κάτι λίγο ,όμως ξένη όσο να πεις σε εκείνο το χωριό, είχε και κάτι  ξακουστές μοδίστρες, έμπειρες ,δεν φτούρησε η δουλειά. Φτώχια και το μέγα έλεος .Τότε ήταν που χτίζονταν η βιομηχανική ζώνη και ζητούσαν επειγόντως εργάτες .Πουλούσαν οι γεωργοί τα χωράφια και έπιαναν  δουλειά στα εργοστάσια. Σίγουρα λεφτά, βρέξει χιονίσει. Μόλις ο άντρας της μπήκε στο εργοστάσιο και πήρε τα πρώτα μισθά ,νύχτα τον πήρε και έφυγαν για την Θεσσαλονίκη. Σάμπως τα έπιπλα είχαν να κουβαλήσουν,  δύο βαλίτσες και η ραπτομηχανή  όλο το βιός τους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s