Λένη

Ήταν ένα διάφανο χάραμα, είχε μια τσουχτεράδα η πάχνη ,μια ησυχία η ατμόσφαιρα που γυάλιζε αχνά, στο πρώτο κρυστάλλινο φως. Οι σιδερένιες  αμπάρες δεν είχαν ξεμανταλώσει τις ξώθυρες κι η νύστα ήταν  γλυκιά εκείνη την ώρα, κουκουλωμένη κάτω από μάλλινα χράμια, υφασμένους  πράσινους ρόμβους με άσπρα στημόνια, που είχαν τυλίξει γυναίκες νέες στο αντί, μια μέρα καλοκαιρινή σε μια χωμάτινη κίτρινη αυλή, όπου μικρά παιδιά με ενοχικά αισθήματα είχαν μια ευκαιρία ξενοιασιάς τρέχοντας γύρω από τις μπηγμένες βαθιά στο χώμα τυλίχτρες.

Ήταν λίγο προτού  ακουστεί  από μακριά ένα συνεχές, ακαθόριστο, υπόκωφο βουητό  που δεν έφερε καμιά αναστάτωση άλλη, εκτός από  κάποια χασμουρητά στις κρεβατοκάμαρες, τεντώματα και ελαφρές μετακινήσεις μελών. Μα καθώς το βουητό ανέβαινε, ξεκαθάριζαν οι ήχοι……..

  •                                                              ********
  • Η συνέχεια στο επόμενο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Μανδραγόρας.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s