Η διάρκεια της ώχρας

Ήταν δύσκολο για μας εκείνο το Φθινόπωρο, είχαμε κάθε μέρα αγωνία, χάναμε την παραγωγή. Κι ο γάμος είχε ορισθεί για τον Δεκέμβρη, δεν έπαιρνε αναβολή. Η μάνα μας ετοίμαζε  πυρετωδώς  τα προικιά, δεν προλάβαινε να αγοράζει κουβαρίστρες  βερεσέ, ενώ αγγάρεψε στην δουλειά  μέχρι και τις κουμπάρες. Η εγκυμοσύνη  ήρθε  ξαφνικά, μας βρήκε απροετοίμαστους. Ξαφνικά  ήρθαν και οι βροχές τον Οκτώβρη και δεν έλεγαν να σταματήσουν. Έβρεχε συνέχεια. Γεωργοί ήμασταν με λίγα στρέμματα. Βαμβάκια σπέρναμε. Ο πατέρας πήγαινε με το παμπάλαιο φορτηγάκι του και εξέταζε το χώμα κάθε μέρα. Λάσπη. Δεν μπορούσε να μπει  μηχανή. Οι τούφες των βαμβακιών μουσκεμένες και λασπωμένες είχαν χάσει την ποιότητα τους ,αλλά ελπίζαμε να το μαζέψουμε ,έστω και τρίτη διαλογή ,αρκεί να σταματούσε η βροχή. Στις αρχές του Νοέμβρη βγήκε ο ήλιος ένα πρωινό και ανασάναμε. Για μια βδομάδα τα σύννεφα πότε περνούσαν γρήγορα σαν πουλιά, πότε μας πλάκωναν, μα δεν έβρεχε.Οι μηχανές μπήκαν δειλά στα χωράφια. Το βαμβάκι βρόμικο, μια μάζα ανακατεμένη με υγρά φύλλα και λάσπη, γέμιζε τις πλατφόρμες. Ίσα που ξεκίνησαν, άρχισε πάλι η βροχή και δεν σταμάτησε παρά μόνο αργά, το καταχείμωνο, όταν πλέον η παραγωγή είχε καταστραφεί εντελώς. Από τα  τετρακόσια κιλά που παίρναμε συνήθως  το στρέμμα, εκείνη την χρονιά πήραμε μόνο 18 κιλά . Λιπάσματα, σπόρους, πετρέλαια  όλα τα χρωστούσαμε στην Τράπεζα.

Η αδερφή μου ήταν ερωτευμένη από το καλοκαίρι με το Σάκη. Ο Σάκης ήταν εργάτης . Ήταν στη δούλεψη κάποιου που εμπορευόνταν άχυρα και τριφύλλια. Ξένοι στα μέρη μας, γύριζαν τον κάμπο  με ένα  φορτηγό και φόρτωναν μπάλες. Είχαν νοικιασμένη μια αποθήκη, στοίβαζαν τα δεμάτια ανάλογα με την ποιότητα και δίπλα κολλημένο στον τοίχο της, ένα καμαράκι σκεπασμένο με αμιαντολαμαρίνα. Εκεί έμενε ο Σάκης. Σ΄ ένα ράντζο κοιμόταν και η τουαλέτα  αυτοσχέδια πίσω στην αυλή. Μεγάλος ήταν, κοντά σαράντα, μα δεν τα ‘δειχνε.

Η αδερφή μου μικρή κι η μάνα μας αυστηρή, παραδοσιακή, είχε φαγωθεί, δεν ησύχαζε. Έψαχνε και ξέθαβε παλιές οικογενειακές γνωριμίες που ζούσαν, εδώ και εκεί, ρωτούσε αν γνώριζαν κανέναν καλό νέο ,γιατρό ,δικηγόρο ή απλά πλούσιο, να έκαναν το προξενείο, πίεζε, γιατί αυτά με κόσμο γίνονται έλεγε με στεντόρεια φωνή, και έταζε να δώσει προίκα το ταπί του σπιτιού μας. Μια αχώνευτη δασκάλα διορισμένη παλιά στο χωριό, όπου οι μάνες των παιδιών της έστελναν με την οκά το γάλα και το τυρί για να τα προβιβάσει και εμείς την είχαμε ανεξαιρέτως όλα τα απογεύματα του χειμώνα στο σπίτι μας να πίνει τον καφέ της για να μεγαλοπιανόμαστε, μια κοινωνική συναναστροφή  της συχωρεμένης της γιαγιάς μας που τραπεζώναμε τα πανηγύρια στη μεγάλη σάλα μαζί με τον Δεσπότη και την ακολουθία του, τον οδοντίατρο  Λορετζάτο που ερχόταν πάντα με τον σοφέρ του και έστηνε το οδοντιατρείο του στο μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού μας δυο φορές την εβδομάδα αφιλοκερδώς, έναν παιδικό φίλο του πατέρα μου επαναπατριζόμενο με την γυναίκα του, που τα είχαν οικονομήσει στην Αυστραλία, μια ευκατάστατη άσχημη οικογενειακή φίλη που κατάφερε να παντρευτεί αν και μεγαλοκοπέλα  έναν ωραίο γιατρό από μια πάμφτωχη  οικογένεια και φυσικά την πρώτη της ξαδέρφη που σαν κομμώτρια είχε κάμποσες πελάτισσες που είχαν σπουδαγμένους γιους……..

Κατερίνα Σημηντήρα

πίνακας  Άντριου Γουάιεθ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s