Μαρίκα

Απόσπασμα από διήγημα της Κατερίνας Σημηντήρα
Αυτή εσύ δεν την θυμάσαι. Ήσουνα μικρός .  Όμορφη, ήταν και καλή μαθήτρια στο δημοτικό, αλλά φτώχεια κείνα τα χρόνια, που λεφτά για γυμνάσια κι τέτοια. Μεγάλη οικογένεια, άλλα πέντε αδέρφια  το κατόπι της. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη. Παντού δούλευε ,άμα τελείωνε το θέρος, δούλευε στους μπαξέδες ή στα καπνά όπου έβρισκε και απ΄τον Σεπτέμβρη έφευγαν μαζί με άλλα κορίτσια απ’ το χωριό στα καμποχώρια ,μάζευαν βαμβάκια  μέχρι που χειμώνιαζε. Προκομμένη πολύ και ωραία, κάτι τσιτάκια ρετάλια αγόραζε, αλλά είχε σώμα λαμπάδα και την έστρωναν ταμάμ . Ο πατέρα της, ο κυρ Θανάσης , ήταν  τεμπελάκος , όμως δούλευαν όλα τα παιδιά  σαν μεγάλωσαν λίγο, πολεμιόταν κάπως η φτώχεια, εκείνο που δεν πολεμιόταν με τίποτα ήταν η μάνα της , η Αγλαΐα. Στριμμένου έντερο, όλα την έφταιγαν. Αν δεν έφαγε ξύλο από τον κυρ-Θανάση, σκοτωμένη την είχε, μα μυαλό δεν έβαζε, απελπίστηκε ο άνθρωπος , την παράτησε, στο τέλος δεν την έδινε σημασία. Κι στόμα να δεις εσύ, ασυνάρτητο, ευτυχώς τα παιδιά της δεν την έμοιασαν ,βγήκαν φρόνιμα αλλά με τέτοια μάνα, μια καθυστέρηση στην αντίληψη την είχαν, κι όσο να πεις αυτός ο περιορισμός να κατανοούν εύκολα μια κατάσταση, αύξανε την καχυποψία τους, ένοιωθαν ανασφάλεια ,καλλιεργούνταν ασυνείδητα η κουτοπονηριά . Εκτός από την Μαρίκα,  Μαρίκα έλεγαν την κοπέλα, όλα τα άλλα παιδιά μέχρι να βγάλουν το δημοτικό είδαν και έπαθαν, έμεναν και ξανά έμειναν στάσιμα, γεγονός αποδεκτό και συνηθισμένο στην οικογένεια.

Κι νονός που τα βάπτισε δεν τα είχε τετρακόσια, ξέφευγε κι αυτός,  για αυτό  ήταν κι ανύπαντρος , γεροντοπαλίκαρο , και έτσι θα έμεινε αν δεν τον προξένευαν με μια σοβαρή γυναίκα, που έχασε  τον άντρα της στον εμφύλιο, όταν πέρασε με τους κομμουνιστές τα σύνορα και χάθηκε στο παραπέτασμα.  Η γυναίκα έμεινε πίσω, με ένα κοριτσάκι μικρό,τον πήρε από ανάγκη, σάματις οικοδόμος ήταν, ένα μεροκάματο έφερνε. Την Αγλαΐα όμως την έτρωγε η ζήλια, αλώνιζε τις γειτονιές και την κατηγορούσε, τάχα δεν ήταν τίμια που ξαναπαντρεύτηκε, δεν ήταν νοικοκυρά, ντάρα -ντάρα το στόμα της δεν το έκλεινε,όλο κουσούρια την έβρισκε και μια μέρα που βρέθηκαν στην βρύση κατά τύχη και γέμιζαν τα γκιούμια , λόγο στο λόγο, άρπαξε  πέτρες και την πετροβόλησε την γυναίκα. Τόσο δεν έλεγχε τα ένστικτα και τον θυμό της ,θαρρείς και τον γούσταρε τον κουμπάρο, αλλά δεν ήταν αλήθεια, δεν ήταν αυτό που την έκαιγε και την πλήγωνε, ήταν που ο άντρας της μετά το τελευταίο παιδί δεν την πλησίασε ξανά ερωτικά. Είχε να δει χαρά στα σκέλια της πάνω από δέκα χρόνια, προτιμούσε να κοιμάται στο ντιβάνι της κουζίνα παρά μαζί της στο δωμάτιο. Αυτή η περιφρόνηση , την ταπείνωνε και την εξαγρίωνε, θηρίο γίνονταν.

Η Μαρίκα είχε κι αυτή τα όνειρα της,ήθελε προϋποθέσεις για να ερωτευτεί, ήθελε  ο άντρας να την αγαπήσει πολύ, να την κυνηγήσει, να κάνει θυσίες για χάρη της. Την ζητούσαν κάποιοι από την περιοχή, ο ένας ήταν φτωχός, ο άλλος μαυριδερός, ο άλλος κουμαρτζής κι εδώ που τα λέμε δεν την ζήτησε κι κανένας της προκοπής. Η Αγλαΐα βιάζονταν να την παντρέψει να ξεμπερδεύει γιατί το κατόπι είχε άλλες τρεις. Σε ένα δωμάτιο κοιμόταν όλοι, ένα κρεβάτι κι κάτω χώμα. Μόνο ο άντρας  της κοιμόταν στην κουζίνα. Ζύμωναν την λάσπη με το άχυρο το καλοκαίρι κι το άλειφαν πάνω στο χώμα, αυτό στέγνωνε και σκλήρυνε με την ζέστη, γίνονταν μπετόν, έστρωναν από πάνω  κουρελούδες και εκεί κάτω κοιμόταν. Με πλήθια ήταν χτισμένο και πίσω κολλητά ήταν το μαντρί με τα πρόβατα. Ένα καλοκαίρι ,ζέστη, έβραζε ο τόπος, τα πρόβατα τα έπιασε μια αρρώστια και ψοφούσαν,σαν πράσα έπεφταν κατά γης. Από τα τριάντα πέντε καμία δεκαριά σώθηκαν και κείνα τα πούλησαν στους χασάπηδες για σφαγή. Τότε ήταν που ξεκίνησαν τα κορίτσια να ξενιτεύονται στα καμποχώρια. Η Αγλαία είχε ένα σταροχώραφο προίκα, αρχές του εξήντα το πούλησε και λίγο με τα  λεφτά απ’ τα αρνιά, λίγο με τα μεροκάματα των παιδιών, έχτισαν τρία δωμάτια καινούργια με τούβλα και μια τουαλέτα έξω σαν σπιτάκι με λεκάνη καταγής από μωσαϊκό. Ένοιωσε κυρά κι αρχόντισσα .Το παρώνομα τους ήταν  Μπέογλου και έλεγε αργότερα στους γαμπρούς πως με χρυσά γράμματα ήταν γραμμένο για να εξηγήσει πως δεν ήταν ότι κι ότι, είχαν καταγωγή.

Η Μαρίκα κόντευε τα είκοσι επτά και για κείνο τον καιρό θεωρούνταν μεγαλοκοπέλα αφού τα είκοσι δυο ήταν το όριο.  Η Αγλαΐα γεροντοκόρη την ανέβαζε ,γεροντοκόρη την κατέβαζε, παρ’ ότι ήταν το δεξί της  χέρι στις δουλειές ,ήθελε να τελειώνει  με την αυτήν, να παντρευτεί να σηκωθεί να φύγει. ‘Όλο γκρίνια απ το πρωί μέχρι το βράδυ, μάλωνε και με τον κυρ Θανάση συνέχεια ,είχαν αγανακτήσει τα παιδιά, είχαν μπουχτίσει από τις φασαρίες. Μια μέρα αυτός είχε καλεσμένους στο καφενείο του χωριού κάτι πολιτικάντηδες από την Σαλονίκη ,γιατί μπλέκονταν λίγο με την πολιτική, είχε πολεμήσει στην Αλβανία και μετά στον Εμφύλιο με τον τακτικό στρατό .Ήταν κι σόι μεγάλο, είχε ψήφους, τον είχαν ανάγκη. Ο καφετζής ετοίμαζε μεζέδες και αυτός είχε αγοράσει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας μοσχαρίσιο και το είχε πάει από το πρωί  στην Αγλαΐα να το μαγειρέψει για να το κουβαλήσει στο καφενείο, να ευχαριστήσει τους καλεσμένους. Όταν πήγε το μεσημέρι να το πάρει ,το βρήκε πάνω στο τραπέζι έτσι όπως το άφησε το πρωί ωμό.  Με κείνο το κρέας είχε και κόκκαλα, άρχισε να την χτυπάει όπου έβρισκε, δεν λογάριαζε, ήξερε ότι επίτηδες δεν το μαγείρεψε, να τον ρεζιλέψει.

Κείνο το καλοκαίρι τα κορίτσια μάζευαν καπνά  στα  χωριά της Πιερίας, σαν γύριζαν απ’ τα χωράφια έβγαιναν σεργιάνι στην πλατεία όλες μαζί. Ένας φορτηγατζής , μεγάλο μούτρο, έβαλε στο μάτι την Μαρίκα. Σε δυο μήνες την κατάφερε, τον ερωτεύτηκε, την πήγαινε παντού με το φορτηγό, στα ουζερί, σε μπουζουξίδικα της περιφέρειάς, την έλεγε έχω σπίτι ,της έταζε παντρειά ,μέχρι  στο σόι του μια Κυριακή  την σύστησε, οι άνθρωποι έκαναν τον σταυρό τους, σαν την είδαν, μπας και νοικοκυρεύονταν  το ρεμάλι…..συνεχίζεται

Εικαστικά: Οι Έλληνες ζωγράφοι του Αργυροκάστρου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s