Με την ματιά της Χλόης Κουτσουμπέλη

Η Χλόη Κουτσουμπέλη έγραψε για το βιβλίο «Δυτικά της Σαπφούς»

Ο τωρινός και ο περασμένος χρόνος

ίσως κι οι δυο είναι παρόντες μες σε χρόνο μέλλοντα,

κι ο μέλλων χρόνος είναι μέσα στον περασμένο χρόνο.

Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνιο παρόν

Όλος ο χρόνος είναι ανεπανόρθωτος.

 

Γράφει στα Τέσσερα Κουαρτέτα του πριν μισό και παραπάνω αιώνα ο Τόμας Στερν Έλιοτ. (Το απόσπασμα είναι σε μετάφραση της Ελένης Χωρεάνθη).

 

Πώς ορίζεται όμως ο χρόνος από μία ποιήτρια που κατοικεί Δυτικά της Σαπφούς, όπως δηλώνει ο τίτλος της ποιητικής της συλλογής;

«Στον χρόνο τον άχρονο, γράφει η Κατερίνα Σημηντήρα,

  Εποχές μετρώ

  Έρωτες μετρώ

  Οδύνες μετρώ

  Θανάτους.»

Να λοιπόν μία άλλη ποιητική υποδιαίρεση του χρόνου, σε εποχές, έρωτες, οδύνες, θανάτους, τα αρχαία, σύγχρονα, πάντα κλασσικά θέματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τι ιδιαίτερο έχει τότε να επιδείξει αυτή η ποιητική συλλογή που πραγματεύεται αυτά τα ίδια θέματα που ανακυκλώνονται σε τόνους χαρτιού εδώ και αιώνες; Γιατί θα άξιζε να διαβάσει κανείς την ποιητική γραφή της Κατερίνας Σημηντήρα;

Γιατί σημασία δεν έχει μόνο τι λέει κανείς, αλλά και πώς το λέει.

Γιατί η γραφή της Κατερίνας είναι πρωτότυπη, γοητευτική, περίεργη, ποικιλόχρωμη. Γιατί είναι άμεση και αποτελεσματική. Γιατί η φαντασία και η ευαισθησία είναι οι δύο άξονες ανάμεσα στους οποίους κολυμπάει. Γιατί όταν άκουσα τα ποιήματά της στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, με εντυπωσίασαν και ένιωσα την ανάγκη να γράψω κάποια στιγμή γι’ αυτά.

«Πώς να χωρέσουν σε ένα ποίημα», αναρωτιέται η ποιήτρια

  Ένας διακορευτής

  Ένας αρκουδιάρης

  Ένας μαχαιροποιός

  Μια θηριωδία

  Αγιάτρευτα τυφλά σημεία, η άβυσσος

  Λογχισμένα όνειρα να κηλιδώνουν τον ύπνο

  Το κρίμα που σπαράζει

   κι η μάνα ετοιμοθάνατη να επιμένει

   εξήντα χρόνια πως έφταιγα».

 

Ποια είναι όμως αυτή η τοποθεσία, δυτικά της Σαπφούς; Ποιες είναι οι συντεταγμένες αυτού του μυστικού τόπου στον οποίο συντελείται και εκπληρώνεται η ποίησή της;

«Άγγελοι παραπληγικοί

  συνωμοτούν ακόμα με το θάνατο

  στο υπόγειο, αριθμός επτά

  στην οδού Σαπφούς.»

 

Ήχοι από παλιά λαϊκά τραγούδια πλημμυρίζουν την συλλογή, οι γυναίκες υφαίνουν, οι άντρες φορούν ιδρωμένα πεσκίρια, οι γιαγιάδες μαύρα σουρωτά μισοφόρια, πενθούν το κοριτσάκι που έχασαν, έρημες αποθήκες ξυλείας, απομονωμένα στενά, υπόστεγα, παρατημένα μηχανοστάσια, απελπισία, καταχνιά, παράθυρα στο πουθενά, εγκατάλειψη. Παλιές γειτονιές γεμάτες νεκρές πεταλούδες, αποθήκες με σπόρους, διαβάσεις τρένων, άδεια βαγόνια που χάσκουν. Γειτονιές που έβλεπαν κάποτε τα τρένα να περνούν. Ο αναγνώστης φαντάζεται ένα ζαχαροπλαστείο στην γωνία, οι θαμώνες- φαντάσματα τρων υποβρύχιο βανίλια και τον χαιρετούν.

 

Οι γριές καθαρίζουν κάθε πρωί τα λαμπογιάλια

απ’ την κάπνα της βραδινής υποψίας.

 

Αυτή είναι η τοπογεωγραφία, το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα της ποίησης της Κατερίνας Σημηντήρα. Μία μικρή αποικία μέσα στον χρόνο. Μία εποχή παλιά που όμως δεν λέει να τελειώσει. Μέρες του πενήντα. Ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο παρατημένο σε μία αυλή.

Και μέσα στα σπίτια. Ανατολικά και Δυτικά της Σαπφούς, τα σπίτια είναι γεμάτα πορτρέτα παλιά προγόνων που κάποιες φορές εκλιπαρούν βοήθεια. Τα δωμάτια είναι σκοτεινά και κίτρινα, οι σοβάδες πέφτουν, οι καθρέφτες ξεφλουδίζουν. Τα έπιπλα είναι γεμάτα σεμεδάκια, ο καφές πάντα πικρός, το μπαουλοντίβανο τοποθετημένο στην γωνία για να υπενθυμίζει την απώλεια. Ένα αρνάκι Νέας Ζηλανδίας ψήνεται ακόμα στην κατσαρόλα, το βύσσινο είναι ακόμα κρυμμένο στο βάζο του.

Γίνεται ποίηση χωρίς απώλεια; Κάποιος λείπει πάντα μέσα στην συλλογή της Κατερίνας. Κάποιος νόμιζε πως θα γυρίσει, αλλά έμεινε για πάντα εκεί. Κάποια μαντήλια πάντα ανεμίζουν. Είναι ο σταθμάρχης που φεύγει πάνω σε ένα ξεχαρβαλωμένο τρένο; Η αυστηρή μητέρα που επιβάλλει την ενοχή και χάνεται;  Ο πατέρας που επιμένει στην ποίηση, που άθελά του αδικεί, που δεν είναι πια εδώ, παρά μόνον ως αποδέκτης ενός κουφού μονολόγου;

 

Και λέω πατέρα να μην ξαναγράψω ποιήματα

Καλύτερα να καθαρίζω συνέχεια το σπίτι

Ξέρω πως δεν θα συμφωνήσεις

Όμως χρειάζεται τόση πολλή προσπάθεια

Μα και ένα σωρό τεχνικές που δεν τις κατέχω

Ύστερα σκέφτομαι αυτά που περάσαμε

Να ξέρεις δεν μετράνε και τόσο

Κι άλλωστε τι νόημα έχει

Μία δύσκολη ζωή να την ξαναζείς;

 

Δεν ξέρω αν η Κατερίνα Σιμηντήρα κατέχει τέλεια τις τεχνικές της ποίησης. Ξέρω ότι τα ποιήματά της έχουν ρυθμό, είναι δουλεμένα, είναι απαλλαγμένα από περιττές συναισθηματολογίες. Είναι ατμοσφαιρικά και κινηματογραφικά. Είναι πλούσια σε μυρωδιές ήχους και εικόνες. Είναι όμορφα και γευστικά. Γνωρίζω επίσης ότι Δυτικά της Σαπφούς η ζωή είναι δύσκολη. Και ότι η ποίηση της Κατερίνας γίνεται  ένα βαθύ ποτάμι και ξεχύνεται κατευθείαν μέσα από την ψυχή της. Γνήσια και αληθινή μας κατακλύζει.

 

 

 

 

 

Advertisements

Μαρίκα

Διήγημα της Κατερίνας Σημηντήρα
Ήτανε πρώτη μαθήτρια στο δημοτικό, ο δάσκαλος επέμενε πολύ να πάει στο γυμνάσιο, του το έλεγε συνέχεια. «Θα την αδικήσεις Θανάση, είναι κρίμα», αλλά φτώχεια κείνα τα χρόνια, πού λεφτά για γυμνάσια και τέτοια. «Την χρειάζεται η μάνα της κυρ-δάσκαλε, δεν τα βγάζει πέρα, άλλα τρία παιδιά  το κατόπιν της». Και στο σπίτι βοηθούσε και μεροκάματο έφερνε στην εφηβεία η Μαρίκα. Άμα τελείωνε το θέρος, δούλευε στους μπαξέδες ή στα καπνά, όπου έβρισκε, και  τον Σεπτέμβρη ξεκινούσαν τα κορίτσια τσούρμο απ’ το χωριό, κατέβαιναν στον κάμπο, μάζευαν βαμβάκια, ως που χειμώνιαζε. Προκομμένη και ωραία, κάτι τσιτάκια ρετάλια φορούσε, μα το σώμα της  λαμπάδα, έστρωναν πάνω της κουτί. Ο κυρ Θανάσης, αν είχε άλλη γυναίκα, αν υπήρχε μια κατανόηση, μια αρμονία στο σπίτι, ίσως και να κατάφερνε να την σπουδάσει. Είχε τριάντα πέντε πρόβατα και χωραφάκια είχε, την πολεμούσε κάπως την φτώχεια, μα την γυναίκα του την Αγλαΐα δεν μπορούσε να την κάνει ζάφτι με τίποτα. Στριμμένο έντερο. Αν δεν έφαγε ξύλο! Σκοτωμένη την είχε, στο τέλος απελπίστηκε, την παράτησε. Αν και αυτή την συμπεριφορά του την πλήρωσε ακριβά στα στερνά του. Νηστικό τον άφηνε, με μπισκότα από το περίπτερο θρεφόταν και από ζάχαρο πήγε. Έψαχνε τρόπο να τον ξεκάνει, τον έβαλε να κοιμάται στο μικρό βορινό δωματιάκι, χωρίς θέρμανση και κουβάλησε το ψυγείο από την κουζίνα, το τοποθέτησε ακριβώς απέναντι από το κρεβάτι του, το άνοιγε, το έκλεινε συνέχεια, μπας και άρπαζε καμιά πνευμονία, γιατί «Άρρωστος ,άρρωστος αλλά δεν αποθνήσκει» παραπονιόταν. Χρόνια δεν την έβαζε σημασία, έλεγε αυτή, έλεγε, εκείνος τσιμουδιά, σαν να μιλούσε στο ντουβάρι. Λόγια ασυνάρτητα, ευτυχώς τα παιδιά δεν την έμοιασαν, αλλά με τέτοια μάνα μια καθυστέρηση στην αντίληψη την είχαν, κι όσο να πεις αυτός ο περιορισμός να κατανοούν εύκολα μια κατάσταση, αύξανε την καχυποψία τους, ένοιωθαν ανασφάλεια, ήταν δύσπιστα ,κουτοπόνηρα. Εκτός από την Μαρίκα, τα υπόλοιπα  μέχρι να βγάλουν το δημοτικό είδαν και έπαθαν, έμεναν και ξανά έμειναν στάσιμα, πράγμα αποδεκτό από την Αγλαΐα, γεγονός που ποτέ δεν την προβλημάτισε ούτε την ενόχλησε, το θεωρούσε εντελώς φυσικό και συνηθισμένο. Και ο νονός που αυτή επέμενε να τα βαπτίσει δεν τα είχε τετρακόσια, ξέφευγε , δεν τον έπαιρνε καμιά και έτσι θα έμεινε, ανύπαντρος, αλλά στάθηκε τυχερός ,τον προξένεψαν  με μια σοβαρή  γυναίκα, που έχασε τον άντρα της. Πέρασε αυτός τότε στον εμφύλιο με τους κουμουνιστές τα σύνορα της Αλβανίας  και χάθηκε στο παραπέτασμα. Έμεινε αυτή πίσω με ένα κοριτσάκι, δύσκολα τα χρόνια, τον πήρε για επιβίωση, σάματις οικοδόμος ήταν, ένα μεροκάματο πότε έφερνε, πότε δεν έφερνε. Η Αγλαΐα δεν την χώνευε, όλο σκαρφιζόταν κατηγόριες, δήθεν ήταν βρωμιάρα, ήταν πρόστυχη, δυο άντρες πήρε, ήταν μαλαγάνα, τον ξεγέλασε και μια μέρα που βρέθηκαν στην βρύση τυχαία και γέμιζαν τα γκιούμια, άρπαξε  πέτρες και την πετροβόλησε. Τόσο δεν έλεγχε τα ένστικτα και τον θυμό της, θαρρείς και τον γουστάριζε τον  κουμπάρο, αλλά δεν ήταν αυτό, άλλο την έτσουζε και την πλήγωνε. Ο κυρ Θανάσης μετά το τελευταίο παιδί δεν την ξαναπλησίασε ερωτικά, είχε να δει χαρά στα σκέλια της πάνω από δέκα χρόνια, ούτε να την ακουμπήσει. Αυτή η περιφρόνηση την εξαγρίωνε, την έκανε θηρίο ανήμερο.

Η Μαρίκα είχε τα όνειρα της, ήθελε ο άντρας που θα ερωτευόταν να την αγαπήσει πολύ, να την κυνηγήσει, να κάνει θυσίες για χάρη της. Την ζητούσαν κάποιοι από την περιοχή, ο ένας ήταν φτωχός, ό άλλος μαυριδερός, ο άλλος κουμαρτζής, εδώ που τα λέμε δεν ήταν και κανένας της προκοπής. Αλλά και αυτή, εργάτρια, φτώχεια είχαν και μια μάνα ανισόρροπη. Οι οικογένειες στο χωριό που είχαν μια οικονομική επιφάνεια και γιους λεβέντες με την Αγλαΐα, την νευρασθενικιά θα συμπεθέριαζαν;  Η Αγλαΐα πάλι βιαζόταν να την παντρέψει, είχε τις άλλες από πίσω. Σε ένα δωμάτιο κοιμόταν όλοι καταγής . Ζύμωναν τη λάσπη με το άχυρο, την άλειφαν στο χώμα το καλοκαίρι, αυτή στέγνωνε, σκλήρυνε με τη ζέστη, γινόταν  μπετόν, έστρωναν από πάνω  κουρελούδες, χράμια και ξάπλωναν. Με  πλήθια ήταν χτισμένο και πίσω κολλητά ήταν το μαντρί με τα πρόβατα. Ήταν καλοκαίρι, ζέστη, έβραζε ο τόπος, έπεσε αρρώστια στα πρόβατα. Σαν πράσα έπεφταν και ψοφούσαν. Από τα τριάντα πέντε, καμία δεκαριά σώθηκαν και κείνα τα πούλησαν στους χασάπηδες για σφαγή.  Η Αγλαΐα είχε ένα σταροχώραφο προίκα, αρχές του εξήντα το πούλησε και λίγο με τα αρνιά που έδωσαν, λίγο με τα χωράφια, έχτισαν τρία δωμάτια καινούργια με τούβλα, σοβατισμένα, με παντζούρια ξύλινα και ένα αποχωρητήριο έξω σαν σπιτάκι με μια τούρκικη λεκάνη από μωσαϊκό. Ένιωσε κυρά, αρχόντισσα, σαν να έμεινε σε παλάτι. Το επίθετο τους ήταν Μπέογλου και έλεγε αργότερα στους γαμπρούς με έπαρση πως ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα, για να εξηγήσει αόριστα με μια αφέλεια θριαμβευτική, το θρυλικό του ονόματος.

Κόντευε τα είκοσι τρία η Μαρίκα και θεωρούνταν μεγάλη σε ηλικία αφού τα είκοσι ήταν το όριο τότε.  Η Αγλαΐα γεροντοκόρη την ανέβαζε, γεροντοκόρη την κατέβαζε. Γκρίνιαζε απ’ το πρωί ίσαμε το βράδυ, μάλωνε με τον κυρ Θανάση, την κουβέντιαζαν τα κορίτσια, μάνα έτσι, μάνα αλλιώς, αδύνατον  να συνεννοηθούν, η Μαρίκα είχε αγανακτήσει. Ένα μεσημέρι αυτός είχε καλεσμένους στο καφενείο του χωριού κάτι πολιτικάντηδες από την Θεσσαλονίκη, μπλεκόταν λίγο με την πολιτική, είχε πολεμήσει στην Αλβανία και μετά στον Εμφύλιο με τον τακτικό στρατό. Ήταν σόι μεγάλο, είχαν ψήφους, τον είχαν ανάγκη. Ο καφετζής ετοίμαζε τους μεζέδες στην κουζίνα του κι αυτός είχε αγοράσει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας μοσχαρίσιο, της το πήγε πρωί- πρωί να το μαγειρέψει, θα το κουβαλούσε στο καφενείο να τους ευχαριστήσει, θα τους γύρευε χάρη εκείνη την μέρα, ήθελε να χώσει τον γιό του τον Σάκη μόλις απολυόταν απ’ το στρατό, εισπράκτορα στα λεωφορεία της γραμμής. Όταν πήγε το μεσημέρι να το πάρει, το βρήκε πάνω στο τραπέζι έτσι όπως το άφησε το πρωί, ωμό. Με κείνο το κρέας, είχε και κόκκαλα, άρχισε να την βαράει όπου έβρισκε, δεν λογάριαζε, ήξερε πως επίτηδες δεν το μαγείρεψε, να τον ρεζιλέψει στους καλεσμένους, να γελάν στο καφενείο μαζί του, να τον ξεφτιλίσει.

Το καλοκαίρι τα κορίτσια μάζευαν καπνά  στα  χωριά της Πιερίας, μετά έβγαιναν σεργιάνι στην πλατεία. O Τάκης, φορτηγατζής εκείνο τον καιρό, μεγάλο μούτρο, σταμπάρισε την  Μαρίκα. Την έστηνε στο καφενείο της αγοράς και μόλις την έβλεπε της έκανε στενό μαρκάρισμα.  Επέμενε, κολακεύτηκε κι αυτή, νόστιμος ήταν, κοτζάμ  φορτηγό είδε, ήταν μπουχτισμένη κι απ’ την Αγλαΐα, δεν ήθελε πολύ, άφησε τον εαυτό της ελεύθερο, τον ερωτεύτηκε. Την πήγαινε παντού, στα ουζερί, στα μπουζουξίδικα της περιφέρεις, ξόδευε, μετά στα επαρχιακά ξενοδοχεία της έταζε τον ουρανό με τ’ άστρα, μέχρι στο σόι του την σύστησε μια Κυριακή. Οι άνθρωποι έκαναν τον σταυρό τους, σαν την είδαν, μπας και νοικοκυρευόταν  το ρεμάλι . Ένα βράδυ όπως ήταν πιωμένος, μετά το σικίσι, της ξεφούρνισε πως ήταν τρία χρόνια χωρισμένος  και δεν είχε ακόμα διαζύγιο. Όλο το ταβάνι έπεσε επάνω της . Ήταν παντρεμένος με μια παλιοελλαδίτισσα, αλλά είχε να την δει από τότε που τον εγκατέλειψε και γύρισε στους γονείς της.  Όταν πήγε να  ζητήσει το λόγο, με τις κυνηγητικές καραμπίνες  τον υποδέχτηκε το σόι της, έσκαγαν σωρός οι σφαίρες, του τρύπησαν τα λάστιχα του φορτηγού και ένας θεός ξέρει πώς γλύτωσε .Η Μαρίκα είπε ξέπνοα πως πίσω στο σπίτι της δεν μπορούσε πια να γυρίσει . Ήταν τώρα γυναίκα του. Την αγκάλιασε, την κρατούσε όλη νύχτα σφιχτά, σαν να του ήταν πλέον απαραίτητη στη ζωή του.

Έφτασε η μέρα του αποχαιρετισμού. Τα κορίτσια αδημονούσαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, μοσχοβολούσαν τα σχίνα, οι καρποί τους στο χρώμα του μαύρου κι η θάλασσα καθρέφτης, γυάλιζε. Κάτω στην παραλία οι εστιάτορες είχαν ανάψει από ώρα τα μαγκάλια, οι φουφούδες  κάπνιζαν σαν φουγάρα, η μυρουδιά των ψητών ψαριών μπερδεύονταν με τον φρέσκο αγέρα του μπάτη που σάλευε  τις φλαμουριές στον επαρχιακό σταθμό, καθώς  έριχναν τον  ίσκιο τους πάνω στις ράγες  των τρένων. Το σφύριγμα του προαστιακού κι η γαλήνη σκίστηκε σαν χασές, το αναπόφευκτο του αποχωρισμού που ηθελημένα είχε προς ώρας ξεχαστεί διέλυσε κάθε αυταπάτη.  Γέμισαν τα βαγόνια της επιστροφής, τα κορίτσια ανέβαιναν με θόρυβο, με τους πολύχρωμους μπόγους στα χέρια τους. Έβλεπε ένα κόκκινο ξεθωριασμένο που ανεμίζοντας ξεμάκραινε, καθώς το τρένο γλιστρούσε σταθερά στις ράγες και μίκραινε ολοένα, μίκραινε αργά, χάνονταν. Ύστερα μια βουβαμάρα καρφώθηκε στο απέραντο κι η θάλασσα μουσκεμένη θόλωσε τα μάτια της.

Όταν μαθεύτηκε, η Αγλαΐα κράτησε μέσα της την οργή, δεν μίλησε, δεν  ρώτησε ποιος ήταν, πώς έγινε, τι έγινε. Μόνο μάζεψε στο σεντούκι  τα προικιά της  και της τα έστειλε με τον σιδηρόδρομο την άλλη κιόλας μέρα . Ύστερα την ξέγραψε.

Το σπίτι του Τάκη ήταν τρείς κάμαρες ασοβάτιστες, αντί για πόρτες είχε σεντόνια κλαρωτά, σαν κουρτίνες. Με ύφος επίσημο της πέρασε τα σημάδια, ένα μεγάλο χρυσό σταυρό με καδένα και ένα δαχτυλίδι με κόκκινη πέτρα. Από ένστικτο κατάλαβε ότι άνηκαν στην προηγούμενη γυναίκας του, τον ρώτησε δειλά, το παραδέχτηκε. «Δεν τα πήρε η καριόλα, όμως, τώρα είναι δικά σου. Χαίρεσαι;» Μια στέγνα απλώθηκε σαν την έρημο μέσα της. Κούνησε το κεφάλι συγκαταβατικά και ένοιωσε χειρότερα. Γρήγορα έμαθε  πως το φορτηγό δεν του άνηκε, ήταν υπάλληλος και δεν πέρασε καιρός  που ξεχάστηκε δυο νύχτες και δύο μέρες στα χαρτιά και δεν παρέδωσε το εμπόρευμα. Τον έψαχναν κι όταν τον βρήκαν, τον απέλυσαν. Είχε αυτή τα λεφτά από τα καπνά.  Τα έπινε τα βράδια στα μαγαζιά κάτω στην παραλία, μεθούσε άσχημα, έχανε τον έλεγχο. Βλαστήμαγε, έσπαγε τα λιγοστά πιατικά, το τελευταίο τζάμι που είχε απομείνει σ’ ένα παραθυρόφυλλο, την όμορφη πιατέλα, τη ζωγραφισμένη με ανεμώνες  για τα πτι φουρ, την μόνη πολυτέλεια που απόκτησε με συναισθήματα ανάμεικτα, χαράς και ενοχής για το περίσσιο έξοδο. Φθινόπωρο, έκανε κρύα του Αι Δημητρίου, το σπίτι γιαπί. Εκείνο το χάραμα  ανταριασμένο, σφύριζε ο αγέρας  στις κάμαρες, έδερνε αλύπητα τους άδειους τοίχους, τους  έρημους  χωματόδρομους, βούιζε το κεφάλι της, αυτός δεν είχε έλεος κι αυτή άλλο κουράγιο, έφυγε, γύρισε με το τρένο  στο χωριό της.  Η Αγλαΐα την έδιωξε, την πέταξε στο δρόμο, την απείλησε, θα πήγαιναν στις δημόσιες αρχές, θα ζητούσαν αποκήρυξη λόγω προσβολής πατρότητας,  δεν δέχονταν για κόρη τους μια άτιμη, μια αστεφάνωτη. Ο κυρ Θανάσης ήταν σφιγμένος πολύ. Πήγε στη θεία της, έκλαψε, παρακάλεσε. Εκείνη έβαλε την ντροπή στην άκρη, έστειλε τον αδερφό τους  τον μικρό να κουβαλήσει πίσω την προίκα της. Η Αγλαΐα την καταριόταν. Ο κόσμος έψαχνε να βρει λαιμούς ακριμάτιστους να κρεμάσει ταμπέλες.

Δεν πέρασε μήνας, ο Τάκης εμφανίστηκε στο καφενείο του χωριού, συστήθηκε, κερνούσε ούζα, καλαμπουρτζής, αναρωτιόνταν οι χωριανοί γιατί τον παράτησε. Ξαναπήγε, την παραφύλαξε, ήταν σούρουπο παγωμένο, τα σύρματα των περιφράξεων έσταζαν σκουριά, είπε την αγαπούσε, θα τα διόρθωνε όλα, θα πήγαιναν στην Αθήνα να αρχίσουν μια καινούργια ζωή, είχε ένα ξάδερφο εκεί, θα δούλευε ταξί, θα έβαζε μπρος το διαζύγιο, θα παντρεύονταν. Η απελπισία δίνη την παρέσυρε, η απόγνωση στρόβιλος την κατάπινε, βρήκε καταφύγιο πάλι σ’ αυτόν, τον ακολούθησε στα τέλη του Νοέμβρη. Στα χωριά του βαρδάρη έριχνε μέρες ένα ψιλόβροχο τσουχτερό κι η λάσπη ήταν παχιά στις αυλές, ο ουρανός μελανιασμένος ,το χαμπέρι  έπεσε σαν βόμβα.  Η  Αγλαΐα σκυλί  λυσσασμένο, άνοιξε το σεντούκι και πέταξε πρώτα τα άσπρα σεντόνια στην λάσπη, τα τσαλαπάτησε, ύστερα πήρε το ψαλίδι και άρχισε να κόβει κομμάτια όλα τα λεπτοδουλεμένα, τα μετρητά,  χρόνων νυχτέρια ξάγρυπνα κι όνειρα κεντημένα κάτω από το λιγοστό φως της λάμπας πετρελαίου. Ένα βουνό κόποι, κουρέλια, πατσαβούρια στα λασπόνερα.

Ο ξάδερφος ζούσε σε ένα παλιό σπίτι του εποικισμού στους Αμπελόκηπους, κληρονομιά της  συχωρεμένης  προσφυγοπούλας γιαγιάς του. Τους παραστάθηκε σε όλα, τακτοποιήθηκαν. Στην αρχή  καλά, εξαρτημένος όμως απ’ τον τζόγο έμπλεξε, παράτησε το ταξί. Χρωστούσε πολλά, τον εκβίαζαν, όλα ήταν θέμα χρόνου. Έφερνε κάποιους  στο σπίτι, πετούσε υπονοούμενα, έκανε κινήσεις και χειρονομίες,  έλεγε χοντράδες, καμιά συμπόνια στο βλέμμα του, θα την έβγαζε στο κλαρί, προκειμένου να ξελασπώσει. Η Μαρίκα έφυγε πάλι σαν τον κλέφτη για να γλυτώσει, ανέβηκε στο τραίνο και κατέβηκε στο χωριό του αυτή την φορά. Πήρε σβάρνα την παραλιακή, ζητούσε δουλειά, μαγείρισσας, λαντζιέρας, ότι να΄ταν. Την στήριξαν οι χωριανοί, της έδωσαν δουλειά κι η συννυφάδα της  την πόνεσε. Αυτός γύρισε  καλοκαίρι. Τον πήραν γκαρσόνι  στην παραλία, αυτήν λυπόταν. Την άφησε έγκυο, γέννησε ένα αγοράκι. Το μεγάλωσε δουλεύοντας, στα ψαράδικα ,στα καπνά, πότε στα αμπέλια, μέχρι που έπιασε σταθερή δουλεία στο εργοστάσιο με τα κατεψυγμένα. Αυτός έπινε, μεθυσμένος δεν ήξερε τι έκανε, έσπαγε το μπουκάλι στο τραπέζι, απειλούσε να τη σφάξει, τη μάτωνε παντού με το γυαλί, δεν λογάριαζε το παιδί, τσίριζε αυτό, φώναζε η γειτονιά την αστυνομία, ούρλιαζε το ασθενοφόρο. Της έσκιζε τα ρούχα ,την άφηνε τσιτσίδι, το παιδί είχε γίνει παλικαράκι τα έβλεπε, τον φοβόταν. Έσπερνε τον τρόμο.  Η νύφη της Μαρίκας, η Αφρούλα, νέα στην οικογένεια, επαναστάτησε όταν έμαθε τα γεγονότα: «Πως αφήνετε έναν άνθρωπο να τον κατασπαράζουν;» Πήγε στην πεθερά της την Αγλαΐα «Θα πεθάνει η κόρη σου, δεν την λυπάσαι;» «Να πεθάνει, θα πάω και στην κηδεία της.» της απάντησε ξερά. Ξεσήκωσε τον άντρα της «Ντροπή σας!» την πήραν στο σπίτι τους, αυτήν και το παιδί. Ένα μήνα κάθισε εκεί, ζούσαν όλοι με τον κίνδυνο, ο Τάκης ήταν ικανός να τους χαλάσει την νύχτα τα φρένα του αυτοκινήτου, να σκοτωθούν, έπαιρνε τηλέφωνα, εκβίαζε, απειλούσε να βάλει τα πράγματα της φωτιά. «Θα ‘ρθω και θα σε πνίξω στην θάλασσα, μαλάκα» τον έβριζε ο αδερφός της. Η Αγλαΐα έφτασε ένα πρωινό αξημέρωτα στο σπίτι του γιου της, χτυπούσε τα κουδούνια στην πολυκατοικία, φώναζε στους διαδρόμους «Πουτάνα, θα τον φας τον αδερφό σου» βγήκε ο κόσμος στις πόρτες, όλοι οι όροφοι ανάστα. Μετά από αυτό το ρεζιλίκι ο αδερφός της αγανακτισμένος της είπε πως δεν πάει άλλο, ήταν συνέχεια στην τσίτα, τσάκισαν τα νεύρα του, τον αρρώστησε αυτή η ιστορία, δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Η Μαρίκα με το παιδί αναγκάστηκε να γυρίσει ταπεινωμένη πίσω. Και το παιδί ήταν τότε δέκα χρονών κι είχε δυο μάτια μεγάλα, απελπισμένα πολύ.  Ήταν ολομόναχοι σ΄ αυτόν τον απέραντο κόσμο.

Μόνο το δημοτικό τελείωσε γιος της, σαν μεγάλωσε λίγο έφυγε  απ’ το σπίτι, μαύρο του φαινόταν. Δεν τον εμπόδισε, χάρηκε όταν βρήκε δουλειά σερβιτόρου στην Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε εκεί. Σπάνια πήγαινε να την δει. Είχε θυμό βαθιά μέσα του, τον δικαιολογούσε. Ήταν Κυριακή πρωί, αυτός ροχάλιζε μέσα, είχε γυρίσει πάλι ξημερώματα. « Το ρακί κάνει το καλύτερο μεθύσι.» της έλεγε συχνά. Όμως αυτός δεν τ’ άντεχε. Κι αυτή δεν είχε τίποτα να  πει ή να  επαναλάβει. Σκεφτόταν  τα χρόνια που ζούσε, άγρια χρόνια, βίαια, την ζωή της. Σε κανέναν δεν άξιζε μια τέτοια δύσκολη ζωή. Τόσες πληγές αιμορραγούσαν μέσα της. Γεμάτη έλκη η ψυχή της. Κι αυτό δεν είχε τελειωμό. Της ήρθε η επιθυμία να πεθάνει, αν ήταν μπορετό εκείνη την στιγμή  μα όσο κι αν ήταν θρύψαλα η ζωή της, είχε υποχρεώσεις, είχε ένα παιδί. Από τότε που έφυγε ο γιός της το σπίτι ερήμωσε, αυτή δεν είχε τα κότσια, τον έτρεμε και μόνο η σκέψη ότι θα μπορούσε να την ανακαλύψει την παρέλυε. Ένας κόκορας   λάλησε βραχνιασμένα, διέκοψε τις σκέψεις της. Έστρεψε το βλέμμα της στο παράθυρο, κοίταξε τον δρόμο που  άδειος έφευγε, γλιστρούσε ψηλά από τον λόφο, κατηφόριζε στη παραλιακή, άγγιζε την άμμο και ύστερα έστριβε απότομα στο δασύλλιο, χάνονταν μες τις λεύκες, αλλά η Μαρίκα γνώριζε την συνέχεια του, νοερά τον ακλούθησε μέχρι τον σταθμό των τραίνων, εκεί κατέληγε, ήταν χωματόδρομος όταν πρωτοήρθε, τον θυμόταν.  Ξαφνικά τον είδε με άλλο μάτι. Σαν μια πόρτα ορθάνοιχτη. Σαν λύση μοναδική. Σαν την αρχή της σωτηρία της.

Από κείνη την στιγμή το συλλογιόταν συνεχώς, το παίδεψε πολύ καιρό στο μυαλό της, κατάστρωσε ένα σχέδιο, αν δεν πετύχαινε δεν είχε νόημα η φυγή. Είχε δοκιμάσει όλους τους πόνους της ανοχής και της απόγνωσης, δεν θα άφηνε το παιδί της στο δρόμο, ο Τάκης θα πουλούσε το σπίτι στην πρώτη δυσκολία. Τον είχε με το καλό, έβαλε δικηγόρο, πήρε διαζύγιο και τον παντρεύτηκε μια χειμωνιάτικη Κυριακή, στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Ύστερα του ζήτησε να γράψει το σπίτι στο παιδί. Αγρίεψε, δεν το δέχονταν, αυτή επέμενε όσο την έπαιρνε. Το εξομολογήθηκε σε έναν από το σινάφι του. « Μάγκα μου είναι δύσκολη η θέση σου μετά την παντρειά, άνθρωποι είμαστε, πες έπαθες κάτι, ξέρεις, στις εννιά του μακαρίτη άλλον έβαλε στο σπίτι, οι γυναίκες δεν έχουν μπέσα, δεν την πήραν δα και τα χρόνια, καλύτερα αφού το θέλει κι αυτή μια κι έξω κάντο πούληση στο γιό σου, ξεκάθαρα πράγματα.» Κάτι δεν κολλούσε καλά, κάτι δεν του άρεσε σε αυτήν την ιστορία, κάτι του ξέφευγε. Τελικά υπέγραψε, ο γάμος ήταν καθησυχαστικό σημάδι, δεν πήγε ο νους του, που να φανταστεί; Την άλλη μέρα κιόλας τον παράτησε η Μαρίκα, χάθηκε. Λύσσαξε, την έψαχνε παντού. Η αστυνομία έπαιρνε τηλέφωνα στα συγγενικά σπίτια, στα αδέρφια της, υποψιάζονταν μήπως  την κρύβουν. Στο παρελθόν η Αγλαΐα την μόνη σχέση που είχε με τον Τάκη όσες φορές έτυχε να τον δει, συνήθως σε καμιά  κηδεία, ήταν να του υπενθυμίζει πόσο κατώτερος τους ήταν, δίνοντας στη φωνή της ένα τόνο σπουδαιότητας και κοιτάζοντας  τον υποτιμητικά, του έλεγε με ύφος εκατό καρδιναλίων πως το Μπέογλου ήταν με Χρυσά Γράμματα γραμμένο και σηκώνοντας το χέρι τραβούσε μια νοητή γραμμή στον αέρα. Αυτός τα έπαιρνε στο κρανίο, την άρχιζε στα μπινελίκια, αυτήν την έπιανε ίλιγγος, τάχα έχανε τον κόσμο, μια αναστάτωση, μια σύγχυση, οι συγγενείς τον νεκρό να δουν, την Αγλαΐα που λιποθυμούσε ή τον Τάκη που άρπαζε την Μαρίκα από το μανίκι, την τραβούσε  κακήν κακώς στο φορτηγό που τύχαινε κατά καιρούς να δουλεύει και έφευγε μαρσάροντας και βρίζοντας κι αυτήν και την Παναγία;  Τώρα τον υποστήριζε, τον γλυκομιλούσε, τον καθησύχαζε με εκείνη την εγκληματική μυστικότητα του καταδότη,  χαρακτηριστική στους χαφιέδες, πως θα του τηλεφωνούσε αμέσως, μόλις μάθαινε το παραμικρό, ο κυρ Θανάσης είχε πεθάνει. Ο Τάκης έκανε φασαρίες στην αστυνομία, τους καταλόγιζε ευθύνη, τους απειλούσε πως θα πάει στους ανωτέρους τους, θα τους κατάγγειλε τους άχρηστους, τα φασιστόμουτρα που έπαιρναν το μισθό και κάθονταν με τα χέρια σταυρωμένα. Αι σιχτίρ! Η αστυνομία όργωνε όλη την Ελλάδα.  Εκτός απ’ την Αγλαΐα που την καταριόταν, οι υπόλοιποι σκέφτηκαν την τηλεοπτική εκπομπή ρεπορτάζ στην ομίχλη που έβρισκε πολλούς αγνοούμενους τότε, αλλά ντρεπόταν τον κόσμο. Μιλιά δεν έβγαλαν, έτσι κι αλλιώς η ιστορία της Μαρίκας πάντα ήταν συζήτηση προς αποφυγήν. Μια αγωνία όμως για την τροπή που θα μπορούσε να πάρει η υπόθεση την είχαν.

Η Μαρίκα φεύγοντας από το σπίτι δεν ήξερε πού να πάει. Το σχέδιο ήταν να φύγει, το μετά άγνωστο. Όλοι οι δρόμοι έμοιαζαν ναρκοπέδια. Θα την σκότωνε αν την έβρισκε, μήπως τι θα ‘χανε, ξοφλημένος ήταν. Κατέβηκε στον Πειραιά, το πρώτο πλοίο που είδε σαλπάριζε για Κρήτη, με το μικρό της κομπόδεμα έβγαλε εισιτήριο και ανέβηκε.  Ήθελε να αποχαιρετήσει το γιό της, να του πει ότι φεύγει, να μην ανησυχεί. Του τηλεφώνησε πριν φύγει με την ψυχή στα δόντια, φοβόταν και τον ίσκιο της, συμφώνησαν, θα συναντιόταν στο Σταθμό, μα όταν τον είδε να μπαίνει στην αίθουσα, μετάνιωσε, κρύφτηκε, καλύτερα να μην ήξερε τίποτα, γιατί παιδί ήταν, θα το πίεζε, μπορεί να του ξέφευγαν λόγια ή μπορεί να την εμπόδιζε με παρακάλια κι αυτή να λύγιζε, ήταν επικίνδυνο. Η καρδιά της σπάραζε, κρυμμένη πίσω από μια κολόνα τον έβλεπε να την ψάχνει με το βλέμμα ανήσυχο, να την περιμένει με τις ώρες σκυφτός στις καρέκλες αναμονής, όμως μάζεψε το κουράγιο της, γιατί  έτσι  έπρεπε να γίνει.

Στο Ηράκλειο που την κατέβασε το πλοίο, στις αγγελίες των τοπικών εφημερίδων βρήκε αμέσως δουλειά σε σπίτι. Εσωτερική, είχε τη φροντίδα μιας γιαγιάς, αλλά βοηθούσε παντού. Σπάνια έβγαινε έξω, μόνο για ανάγκη και πάντα καλυμμένη με μαντήλα, φοβόταν, τον φοβόταν πολύ, νόμιζε ότι θα τον δει να πετάγεται ξαφνικά μπροστά της από μια γωνία του δρόμου, από μια στροφή, έπειτα ήταν σίγουρη πως η αστυνομία  την έψαχνε, ήξερε πως θα έτρωγε τα λυσσακά του να την βρει. Νύχτες ολόκληρες, με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι ως το ξημέρωμα,  μπροστά της ολοζώντανη η τελευταία εικόνα του γιού της, η αγωνία στο βλέμμα του, η απογοήτευση, ο απόηχος  των βημάτων του καθώς εγκατέλειπε την ελπίδα, στην άδεια πλέον αίθουσα αναμονής. Κι έξω είχε πέσει το σκοτάδι πυκνό.

Δυο χρόνια έζησε ο Τάκης, τόσο άντεξε. Ταλαιπωρημένος από τις καταχρήσεις μιας ζωής, άφραγκος, νηστικός, εγκαταλειμμένος από όλους, έσπασε. Πέθανε μια παγωμένη νύχτα του Φλεβάρη ολομόναχος . Η Μαρίκα γύρισε πίσω στο σπίτι της  Μάη, ο ήλιος άνθιζε τις παπαρούνες, θέριευε η χλόη στις αυλές, έσταζαν οι ανθισμένες ακακίες μέλι στη δημοσιά. Άνοιξε τα παράθυρα να μπει ο φρέσκος άνεμος, να φυσήξει, να διώξει μακριά ολάκερη  κατεστραμμένη ζωή, που έστεκε ακόμα μετέωρη, στο μουχλιασμένο ταβάνι. Να μπουν μυρωδιές πρωινές, ειρηνικές, να ζήσει ανάμεσα τους. Να μπει η ζέστη και οι φωνές της αγοράς.  Δεν είχε παλιούς κήπους να θυμηθεί ούτε ήχους γλυκούς, πρωτύτερους να αραθυμήσει, η μαύρη  πληγή μέσα της έτσουζε, μα σιγά, σιγά  θα μαραίνονταν, καθώς θα σεργιάνιζε τις μέρες απ’ το μπαλκόνι της και ίσως προλάβαινε, ναι ,ίσως θα προλάβαινε να σβήσει τους ίσκιους απ’ τα μάτια της.  Γύρισε το κουμπί του ραδιοφώνου, τραγούδια  εύθυμα ξεχύθηκαν, θα το άφηνε ανοιχτό να παίζει συνέχεια.

Κατερίνα Σημηντήρα

Διήγημα της Κατερίνας Σημηντήρα

h-apoikia-colonia

Ο χειρότερος άνθρωπος
Ο χειρότερος άνθρωπος ήταν . Όλα τα κακά επάνω του τα είχε. Πρώτα, πρώτα ήταν πρόστυχος, πώς να βάλει καμιά κοπέλα στο χέρι και μετά να την παρατήσει. Τα βράδια  τριγυρνούσε έξω από τα σπίτια  μπας  και μπανίσει  καμιά, την ώρα  που έβγαινε προς νερού της  ή κοίταζε στα παράθυρα να πετύχει  κουρτίνες που ξεχάστηκαν να τραβηχτούν ερμητικά. Εκείνο τον καιρό τα χωριά δεν είχαν ηλεκτρικό. Σαν τον φαντομά τριγύριζε ξελιγωμένος στα σκοτάδια ο Σωτήρης. Μεγάλος τεμπέλης, τα χωράφια του τα νοίκιαζε. Είχε ένα οικόπεδο  πάνω στην δημοσιά και στην άκρη  ένα σπίτι παλιό  χαμηλοτάβανο, μπρούμυτα  έμπαινες, ανάσκελα  έβγαινες, σκέτο ερείπιο.  Ξυπνούσε το πρωί και κατουρούσε στο μεϊντάνι, απάνω στις αστριχές, καμιά ντροπή. Είχε πέντε ,έξη μοσχάρια ταλαιπωρημένα, δεμένα συνέχεια σε ένα υπόστεγο αυτοσχέδιο με καλαμιές , τα βαρούσε ο ήλιος  όλο το καλοκαίρι, τα τσουρούφλιζε τα ζωντανά , βρωμοκοπούσε ο τόπος κόπρανα, η μύγα πήγαινε σύννεφο, δήθεν ασχολούνταν με την  πάχυνση ζώων. Τα πουλούσε το Φθινόπωρο σε έναν πρώτο του ξάδερφο, μαγκιόρο, που είχε χασάπικο στην Θεσσαλονίκη. Μήπως τι έβγαζε;  Ίσα, ίσα να βρωμίζει την γειτονιά. Αδέλφια δεν είχε, μόνο αδελφές. Οι δυο μεγαλύτερες ήταν παντρεμένες, η μια με τσομπάνο κι η άλλη με ένα κομμουνιστή άνεργο που κυκλοφορούσε στους δρόμους με ένα τρανζίστορ ανοιχτό στην κολοτσέπη που έπαιζε ενώ βάδιζε διάφορα τραγούδια του συρμού και  που παρακολουθούσε καθημερινά , με πάθος, τις συνέχειες του ραδιοφωνικού σίριαλ «Το σπίτι των Ανέμων» ,μέχρι που στο καφενείο  τον άλλαξαν όνομα και τον φώναζαν Λαμπίρη. Η μεσαία ήταν ομορφούλα, μπλέχτηκε με έναν υφασματέμπορο,  παντρεμένο, πλούσιο στο χωριό, μικρή ήταν της άρεσαν τα λούσα, ξεγελάστηκε, όμως μικρός κι ο τόπος, έβγαλε κακό όνομα,  όταν την παράτησε δεν την έπαιρνε κανείς. Αργότερα ερωτεύτηκε  έναν ξένο γόη, που τριγυρνούσε στα χωριά με μια Volvo άσπρη  και πουλούσε έρωτα στα κορίτσια. Ξεγέλασε κάποιες  απ’ την περιοχή. Αυτός όταν την πήδηξε και κατάλαβε πως άλλος είχε προηγηθεί, την έβγαλε κατευθείαν στο κλαρί. Από την πρώτη μέρα την έβαλε σε πορνείο στο βαρδάρη. Η τελευταία η  Φραξούδα, ήταν πολύ άσκημη, κοντή, μαύρη, ασουλούπωτη. Όλη μέρα πασαλείβονταν με κρέμα για να ασπρίσει .Κυκλοφορούσαν τότε μυστικά  κάποιες κρέμες προσώπου ,καλυμμένες  με ένα πέπλου μυστηρίου και θαύματος, από λευκό μόλυβδο και υδράργυρο που σε άσπριζαν. Κρέμα  « Λέλα» λέγονταν. Και μόνο το όνομα « Λέλα» τότε, σήμαινε πολλά, δεν την έλεγαν ας πούμε κρέμα Κατίνα ή Βαγγελιώ. Το όνομα Λέλα  ήταν μοντέρνο ,δήλωνε κοκεταρία, φαντασιωνόσουν πως θα γινόσουν λευκή, αέρινη ,σαν άγγελος ένα πράμα , ήθελες να την αποκτήσεις μπας και στρώναν  οι αυλακιές στα μάγουλα ,και άσπριζες λίγο που ήσουν σκέτη κατσιβέλα από γεννησιμιού σου. Εκτός από την Φραξούδα την φορούσαν  οι αδερφές Ιωσηφιδη και η θεία Παναγιώτα. Η θεια όταν παντρεύτηκε και έφυγε από το πατρικό της, αυτήν την πολυτέλεια την έκοψε μαχαίρι, γιατί με τον  άντρα  τον κουμαρτζή που έμπλεξε , κάθε μέρα νηστικιά ήταν. Η  κρέμα δημιουργούσε   παρενέργειες, αϋπνίες, πονοκεφάλους  και αν κάποια την διέκοπτε άφηνε σημάδια ανεξίτηλα, σαν χάρτης παρδαλός  ήταν  τα μούτρα της θείας  μια ζωή. Οι αδερφές  Ιωσηφίδη που εξακολουθούσαν να την  φορούν αναγκαστικά, είχαν αποχτήσει  στο τέλος  εκείνο το νοσηρό, νεκρικό λευκώ. Άσπρες σαν το πανί  έμπαιναν στην εκκλησία και σκιάζονταν ο κόσμος, σταυροκοπιόταν. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ, πέθαναν νέες και λυπημένες. Η φραξούδα   έφυγε κι αυτή  στην Θεσσαλονίκη , έλεγαν  ότι δούλευε καθαρίστρια σε μπουρδέλα.

Η Κατίνα αντίθετα από τα αδέρφια της που ήταν καστανά, ήταν κατάξανθη. Οι ξανθιές ήταν δυσεύρετες τότε, ζήτημα να είχε κάνα δύο σε κάθε χωριό.  Ήταν το τρίτο κορίτσι της Αγλαΐας και του κυρ Θανάση.  Για να πούμε την αλήθεια ο Σωτήρης ήταν καλός γαμπρός, πολλά κορίτσια τον ήθελαν στο χωριό γιατί ήταν μοναχογιός και όλα τα χωράφια και το οικόπεδο του άνηκαν. Τα κορίτσια τότε δεν τα έδιναν σπουδαία πράγματα, καμιά τέσσερα στέμματα, τις περισσότερες φορές  τίποτα. Γονείς δεν είχε ,είχαν πεθάνει, δεν θα είχαν μέσα στα πόδια τους πεθερικά να μπλέκονται, οι κουνιάδες άλλες παντρεμένες, άλλες φευγάτες, τι καλύτερο; Το σπίτι της Κατίνας ήταν καινούργιο, αλλά έξω απ’ το χωριό, τέρμα στο τσαΐρι, ενώ το δικό του μπορεί να ήταν χάλια αλλά ήταν στην πιάτσα, στην αγορά, μπροστά στην δημοσιά, εκεί που βολτάριζαν τα κορίτσια τα απογεύματα της Κυριακής και γίνονταν το νυφοπάζαρο, είχε σεργιάνι. Την ήξερε από μικρή την Κατίνα ο Σωτήρης στους ίδιους δρόμους μεγάλωσαν, στο ίδιο σχολείο πήγαν, ξεχώριζε με τα πράσινα μάτια  και τα ξανθά μαλλιά . Την κοίταζε όπου την συναντούσε επίμονα. Αυτή δεν τον έδινε σημασία. Σιγά να μην παντρεύονταν στο χωριό να χρίνει το παλιόσπιτο του Σωτήρη, αυτή θα έπαιρνε κανέναν μαγαζάτορα να πάει στην Πόλη, να βάφει τα χείλια ολοκόκκινα και να χαζεύει βιτρίνες όχι να σαρώνει αυλές  και σβουνιές από μοσχάρια.  Ήταν μεγάλη οικογένεια η Κατίνα αλλά εκείνο τον καιρό είχαν  μείνει δυο γυναίκες μόνες στο σπίτι. Οι δυο μεγαλύτερες αδερφές της παντρεύτηκαν στα ξένα και ο αδερφός ο Σάκης ήταν στην φυλακή, όμως άδικα ,αυτό το γνώριζαν και οι πέτρες στο χωριό. Ένα δυστύχημα ήταν, αγαπούσε μια κοπέλα, πήγε να την κλέψει και έπεσαν με το ποδήλατο στο ποτάμι, δεν μπόρεσε να την σώσει και αυτός που σώθηκε ήταν θαύμα. Αλλά έγκλημα εξ αμελείας τον φόρτωσαν, και τον καταδίκασαν , έχασε και την δουλεία του, ήταν εισπράκτορας στα λεωφορεία της γραμμής. Τον πατέρας της τον κυρ Θανάσης , δεν τον χωρούσε ο τόπος από τότε, έφευγε κάθε έξη μήνες στο βουνό , δούλευε τσομπάνος σε έναν κεχαγιά που είχε κοπάδια  και όταν γυρνούσε στο χωριό  δεν ήθελε να βλέπει κανέναν.  Κι η μάνα της η Αγλαΐα  όλο μοιρολογούσε και καταριόταν την ώρα και την στιγμή που έμπλεξε το παιδί της με αυτήν. Γιατί αυτή έφταιγε, τον ξεσήκωσε να κλεφτούν, μάλιστα αυτή και η μάνα της και το κατέστρεψαν το παιδί .

Ο Σωτήρης τα βράδια περνούσε έξω από το σπίτι της με το ποδήλατο, μοναχές γυναίκες ήταν τι να φοβηθεί;  Έβγαινε η Κατίνα βράδυ να πάει προς νερού της  αυτός κρυμμένος στα λάπατα προσπαθούσε να κάνει μπανιστήρι μες το σκοτάδι. Η Φιλιώ ανεψιά του Σωτήρη κόρη της  μεγάλης του αδερφής, ήταν φιλενάδες με την Κατίνα, πήγαινε συχνά στον θείο της  και του συγύριζε το σπίτι. Έτυχε να πάνε μια φορά μαζί ,για παρέα. Καλοκαίρι ήταν, μεσημέρι, η φιλιώ έπλενε πιάτα στην κουζίνα κι η Κατίνα χάζευε στο μεσαίο δωμάτιο, ένα πράμα σαν σαλόνι, τις οικογενειακές φωτογραφίες  που ήταν κορνιζαρισμένες και κρεμασμένες με πρόκες στον τοίχο. Η συγχωρημένη η μάνα του με τον πατέρα του, οι μεγάλες του αδερφές  νύφες, μια βάπτιση, και μια φωτογραφία της Σοφίας που ήταν μικρή. Δεν κατάλαβε πότε μπήκε ο Σωτήρης μέσα. Γύρισε απότομα και βρέθηκε εντελώς μπροστά του.  Φορούσε μια λεπτή καλοκαιρινή μπλούζα μερσεριζέ και οι ρόγες στα στήθια της ξεχώριζαν. Ο Σωτήρης άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε την ρόγα της.

«Άσε με  θα φωνάξω» τον είπε

«Δεν σε κάνω τίποτα» της απάντησε σιγανά και εξακολουθούσε να  την χαϊδεύει

«Άσε με θα φωνάξω ,φύγε από μπροστά μου.»

«Δεν σε κάνω τίποτα» την κοίταζε βαθιά στα μάτια παίζοντας τώρα και με τις δυο ρόγες που είχαν γίνει σαν κουρκουμπίνια

«Φύγε δεν καταλαβαίνεις»  είπε  ξεψυχισμένα και ένιωσε μια λιποθυμιά.

«Θα φύγω» της είπε και το χέρι του γλίστρησε κάτω από την φούστα της, «Θα φύγω τώρα» έσκυψε την φίλησε στα χείλη, στο λαιμό, «Θα φύγω» την χάιδευε απαλά, ψηλά, ανάμεσα στα πόδια. Είχε μαρμαρώσει, μα συνήλθε. Τον έδωσε μια σπρωξιά και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της, όμως από κείνη την στιγμή με το που τον σκεφτόταν την πλημμύριζε, ένα αίσθημα ευδαιμονίας  . Το άλλο βράδυ που βγήκε να πάει προς νερού της ο Σωτήρης  περίμενε. Αντιστεκόταν μα δεν έφευγε,  την φιλούσε, την χάιδευε, τον τρέλαινε, τον άναβε και μετά τον παρατούσε. Ένα βράδυ ξαναμμένος δεν άντεξε ,την ξάπλωσε  κάτω στο πράσινο χορτάρι κι η πανσέληνος  πάνω τους άσπρη, φώτιζε τα σκοτάδια . Το είχαν κρυφό πολύ καιρό ώσπου αυτόν άρχισαν να τον ξεφεύγουν λόγια . «Τι υπονοείς ρε;» τον ρωτούσαν οι φίλοι του. Στην αρχή δεν έλεγε όνομα, αλλά ήθελε να το παινευτεί το κατόρθωμα, δεν βαστούσε, καμάρωνε τον ανδρισμό του, το ομολόγησε ένα βράδυ στο καφενείο τάχα εμπιστευτικά. Δεν το πίστευαν οι φίλοι του. « Αυτή είναι ψηλομύτα ρε, ξανθιά, εσένα  λιμπίστηκε;» «Καλάαα! Μην πιστεύεται αλλά θα έρθει η στιγμή που θα το δείτε» «Τι θα δούμε ρε καραγκιόζη;» «Ρε την έχω γυναίκα σας λέω, κάθε βράδυ την πηδάω.» «Τι λέει αυτός;  Αποκλείεται!» «Ελάτε ρε απόψε το βράδυ μετά τις δώδεκα και κρυφτείτε στο μεγάλο χαντάκι, στο τσαίρι , αλλά μην βγάλετε τσιμουδιά και καταλάβει και χάσω το μέλι ,αλίμονο σας τσογλάνια». Τα μεσάνυχτα ο Σωτήρης  όταν την ξεβράκωσε , πέταξε το βρακί της μέσα στο μεγάλο χαντάκι. « Τι έκανες;» Τον ρώτησε . «Αστό τώρα, θα το βρούμε μετά» της ψιθύρισε μέσα στο αυτί  και  την έκανε να βογκήξει εκείνο το βράδυ πολλές φορές. Την άλλη μέρα στο καφενείο το βρακί της έκανε το γύρω των τραπεζιών , από την μια τσέπη έβγαινε στην άλλη έμπαινε, ξεκαρδίζονταν στα γέλια,  έκαναν χοντράδες, και ο Σωτήρης έγινε μάγκας. Πήγαν και άλλες φορές και πήραν μάτι. Το έμαθε η Κατίνα από μια ξαδέρφη της , πήγε κατευθείαν στο σπίτι του και τον έφτυσε στα μούτρα. « Άντρας είσαι εσύ ρε; Πεντάρα δεν αξίζεις ,όμως έμπλεξα, τον άλλο μήνα γυρνάει ο πατέρας μου από το βουνό, θα έρθεις να με ζητήσεις και μέχρι τότε ούτε να σ’ ακούσω, ούτε να σε ξαναδώ ρεμάλι» .

Η Αλέκα ζούσε σε ένα χωριό κοντά στην Θεσσαλονίκη, είχε αρραβωνιαστεί με προξενείο με έναν ζωέμπορα  από την Σκύδρα που την ταλαιπώρησε τρία χρόνια, σήμερα  θα σε πάρω ,αύριο θα σε πάρω, τα χρόνια περνούσαν είχε φτάσει τα είκοσι επτά και στο τέλος την παράτησε. Η Αλέκα ήταν φτωχιά, η προίκα της ήταν η παρθενιά της. Τον έκανε δικαστήριο, για προσβολή της τιμής της και για απώλεια της παρθενίας  της, πήγαν από το χωριό μάρτυρες και το κέρδισε. Καταδικάστηκε  του υπεβλήθηκε ποινή  πενήντα χιλιάδες δραχμές  ως αποζημίωση, πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη. Αυτά τα λεφτά τα είχε στην τράπεζα η Αλέκα  και τοκίζονταν μέχρι να βρεθεί ο καλός ο γαμπρός, ήταν η προίκα της. Η φουρνάρισσα του χωριού ήταν εξελιγμένη κάπως , μιλούσε πάντα με ύφος και έλεγε λιγοστές λέξεις, γιατί η γυναίκα είχε υπάρξει στο παρελθόν πλούσια δεν καταδέχονταν να δίνει αξία στον κάθε τελευταίο  που της απεύθυνε το λόγο. Την Αλέκα όμως έπιανε κουβεντολόι σαν ίσος προς ίσο. Παλιά, ούτε να την ξέρει. Έτσι ήταν η φτιάξη της, ο τύπος της, ο χαρακτήρας της, λάτρευε το χρήμα και τα μεγαλεία, τους φτωχούς τους απεχθάνονταν. «Αλέκα μου, είσαι τυχερή μέσα στην ατυχία σου γιατί με τόσα λεφτά τον καλύτερο θα πάρεις, μόνο να βρεις μια καλή προξενήτρα » την συμβούλευε.  Είχε βάλει μια προξενήτρα ή Αλέκα και της  το είχε τονίσει, να  βρει έναν καλό που να άξιζε τα λεφτά, αλλά ακόμα δεν είχε βρεθεί ο κατάλληλος.

Ο Σωτήρης κατά βάθος την ήθελε την Κατίνα όμως δεν γίνονταν με κανένα τρόπο να την πάρει  μετά το εξευτελισμό που της έκανε. Θα γελούσε και το παρδαλό κατσίκι μαζί του. Αν και ο αδερφός της ήταν φυλακή, φοβόταν μην γίνει καμία φασαρία με κανένα ξάδελφο της  για αυτό αποφάσισε να παντρευτεί με άλλη το γρηγορότερο. Είπε στην αδερφή του πως γύρευε προξενήτρα . Η αδερφή του που τον ήξερε, γιατί πριν την Κατίνα τα είχε με μια παντρεμένη  μπακάλισσα, μια τροφαντή , γεμάτη ,σγουρομάλλα από το διπλανό χωριό. Είχε ένα άντρα κοντό τον έριχνε ένα κεφάλι, αδύνατο, μισή μερίδα, είχε χοιροστάσιο, μακριά, έξω από το χωριό, εκεί  έμεινε όλη την εβδομάδα, εκτός από τις Κυριακές που μπανιαρίζονταν  ο άνθρωπος να φύγει η γουρουνίλα από πάνω του, έβαζε τα Κυριακάτικά  του και την συνόδευε στο σινεμά . Φορούσε αυτή ένα μπροκάρ  φουξ ,λίγο σκαφτό στο στήθος, με εντυπωσιακά σχέδια που επανώτιζε στο γοφό και το συγκρατούσε με μια καρφίτσα  γυαλιστερή ,άστραφτε. Αρχόντισσα μες το σινεμά. Ο Σωτήρης πήγαινε συνήθως  μεσημέρι στο μπακάλικο που έκοβε κάπως η κίνηση και παράγγειλε ούζο με μεζέ, τσίρο στη λαδόκολλα. Καθόταν στην άκρη του πάγκου, του άρεσε να παίρνει μάτι , τον ερέθιζε όταν αυτή έσκυβε να πάρει κάτι και αποκαλύπτονταν  τα αφράτα μπούτια  που τα έσφιγγαν οι μαύρες καλτσοδέτες  ή όταν μετρούσε  τα χαρτονομίσματα, τα έστριβε σε ρολό και τα έκρυβε μέσα στο σουτιέν της. Στενό το μαγαζί , την ακουμπούσε με το γόνατο κατά λάθος καθώς πηγαινοέρχονταν αυτή να εξυπηρετήσει τις μανίες και τα παιδάκια, γιατί τότε αυτούς  έστελναν για θελήματα, οι νέοι είχαν δουλειές. Την ακουμπούσε, τον ακουμπούσε, δεν ήθελε πολύ, ένα μεσημέρι δεν μπορούσε αυτή να ανοίξει μια μεγάλη κονσέρβα με παστή σαρδέλα και παιδεύονταν με το μαχαίρι. Πήγε αυτός  να την βοηθήσει μα δεν πρόλαβε ,όπως ήταν αναμμένοι πήραν φωτιά , κλείδωσαν το μαγαζί από μέσα, πήγαν πίσω στην αποθήκη και το έκαναν στα όρθια. Ύστερα έφυγε γιατί  θα γύριζαν τα παιδιά της από το σχολείο. Συνεχίστηκε αυτό ένα χειμώνα .Κάθε βράδυ εξιστορούσε στο καφενείο του χωριού του τις χάρες της ,έλεγε λεπτομέρειες πρόστυχες, χαχάνιζαν οι άλλοι .Από στόμα σε στόμα έφτασε κι στα αυτιά της πεθεράς της, το είπε στον γιο της, την παραφύλαξε αυτός ,τους έπιασε να τραβιούνται στον αχυρώνα πάνω στα δεμάτια με το  σάλμα ,μέρα μεσημέρι.  Δεν το άντεξε ο φουκαριάρης , πήρε μια σπαρτίνα, την έδεσε στο χοντρό δοκάρι που στήριζε το ταβάνι και κρεμάστηκε μέσα στο χοιροστάσιο. Τα πεθερικά της, σαν σκυλί την πέταξαν στο δρόμο και κράτησαν τα παιδιά.  Έλεγαν  μετά πως έφυγε μετανάστρια στην Αυστραλία.  Όλο τέτοια έκανε, πήρε πολλές στο λαιμό του, για αυτό η αδερφή του βιάστηκε να βρει προξενήτρα μπας και παντρευόταν και ησύχαζαν.  Η προξενήτρα  πήγε το προξενιό στην Αλέκα, την είπε ότι έχει κεντρικό μεγάλο οικόπεδο, χωράφια, μοναχογιός είναι , υποχρεώσεις δεν είχε, δεν έπινε ,δεν κάπνιζε, προσωπικά έξοδα μηδέν, τι καλύτερο;. Ορίστηκε να συναντηθούν  ένα απόγευμα στο σπίτι της αδερφή του. Μπροστά κι η προξενήτρα, μίλησαν για τον καιρό, για τον  Άγιο Νεκτάριο και τα θαύματα του και πόσοι σώθηκαν, αλλά άπιστος ντουνιάς τι περιμένεις;  Η Αλέκα τον είδε νταβραντισμένο της άρεσε είπε το ναι αμέσως όταν την ρώτησαν. Του Σωτήρη δεν του άρεσε του φάνηκε μεγάλη, ήταν πολύ μελαχρινή, είχε ένα χρυσό δόντι μπροστά, τιμή δεν είχε, δεύτερο χέρι, όπως και να το κάνεις μεταχειρισμένη, αλλά βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, ήταν και το χρήμα στη μέση, είπε κι αυτός το ναι. Αυτό ήταν, σε ένα μήνα τάκα- τάκα, έκανε τα χαρτιά και την παντρεύτηκε και η Αλέκα ήρθε να ζήσει στο χωριό. Η Κατίνα έκλαψε πολύ, αποφάσισε να τον σκοτώσει, θα τον έστηνε καρτέρι, θα τον μαχαίρωνε, Θα ξέπλενε την ντροπή. «Ποιος θα σε πάρει τώρα  που ακούστηκες μέχρι  και στα περίχωρα;  Πως θα βγεις στο δρόμο;  όλοι οι άντρες θα σε βλέπουν και θα χώνουν τα χέρια τους μες τα ζωνάρια τους. Θα πέφτει σύρμα, θα λεν περνάει η Κατίνα το πουτανάκι.  Ξεφτιλιστήκαμε, δεν έχουμε πρόσωπο στην κοινωνία, γελάει μαζί μας ο κόσμος.»  την  έλεγε η μάνα της. Η Αγλαΐα δεν είχε κουράγιο να την διώξει από το σπίτι, από τότε που μπήκε ο Σάκης φυλακή, έσπασε.  Μόνο την είπε, να ακονίσεις καλά το μαχαίρι.

Ο Σάκης στη φυλακή ήταν στο ίδιο κελί με έναν ισοβίτη, είχε σκοτώσει άνθρωπο . Είχε δυο  αγόρια μικρά όταν έκανε το φόνο και μια γυναίκα αγράμματη. Τα παιδιά δεν έβγαλαν το δημοτικό ,είχαν ταμπέλα ,ήταν οι γιοί του φονιά. Το είχε βάρος που τα καταδίκασε να είναι  θύματα,  ανυπεράσπιστα σε όλες τις βίες.  Σε μια παράγκα έμεναν, έξω στο ορμάνι  απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο που δεν τους ζύγωνε λες και ήταν λεπροί. Ο μεγάλος είχε πολλά προβλήματα ψυχολογικά που σιγά ,σιγά τον οδήγησαν στην τρέλα. Τον έκλεισαν στο τρελοκομείο στη Σταυρούπολη. Ο δεύτερος  σαν μεγάλωσε κατάφερε να σταθεί στα πόδια του .Έπιασε δουλειά στο  εργοστάσιο της Βιοχάλκου, βαριά δουλεία, ανθυγιεινή,  αλλά ο μισθός έπεφτε κάθε μήνα  . Ο  Σάκης είπε στον ισοβίτη τα καθέκαστα με την αδερφή του, θα τους σκότωνε άμα έβγαινε απ’ την φυλακή κι αυτόν τον κερατά  και αυτήν την άτιμη, να πάν στο διάολο με τα ρεζιλίκια που του φόρτωσαν στην καμπούρα του.  Ο ισοβίτης του μίλησε για το γιό του τον Ανδρέα που είναι καλό παιδί ,αδικημένο, μεγάλωσε χωρίς στηρίγματα,  μέσα στην απόλυτη φτώχια, τα κατάφερε όμως , δουλεύει σε εργοστάσιο τώρα, στο Βιοχάλκου, βαριά δουλεία και ανθυγιεινή, αλλά ο μισθός πέφτει κάθε μήνα, απέδειξε πως είναι δυνατός .Να φτιάξει οικογένεια δύσκολο ,είπε.  Ποία θα παντρευόταν  έναν που έχει αδερφό στο τρελοκομείο και πατέρα φονιά;

Η Κατίνα και ο Ανδρέας συναντήθηκαν στο νέο σιδηροδρομικό σταθμό ένα σούρουπο καλοκαιρινό, ο ήλιος έγερνε βαριά στη δύση. Το ραντεβού το έκλεισε ο Σάκης από την φυλακή. Ήταν κι ο Αντρέας ξανθός, τρία χρόνια μικρότερος της, αλλά τι πείραζε;  Πληγωμένοι και οι δύο για διαφορετικούς λόγους ο καθένας , είχαν κάτι κοινό μεταξύ τους, την αδικία, ψυχοπόνεσε ο ένας τον άλλον. .  Πρώτα αρραβωνιάστηκαν, και βούλωσαν τα στόματα του κόσμου, ύστερα έπιασαν ένα σπίτι  στο κουλέ καφέ , δούλευε και η Κατίνα  σε καθαριστήριο ρούχων, και μια Κυριακή παντρεύτηκαν στην εκκλησία των Αγίων Πάντων. Όλο το εργοστάσιο τίμησε τον Ανδρέα και ήρθε στις στέψεις . Η Αγλαΐα αυτόν τον γαμπρό τον συμπάθησε πολύ.

Η Αλέκα με τα λεφτά γκρέμισε το παλιόσπιτο του Σωτήρη και έχτισε τρία μαγαζιά και από πάνω σπίτι ωραίο, μεγάλο, με μπαλκόνια ,γύρω ,γύρω.  Όταν ήρθαν τα κρύα ,ήρθε ο ξάδερφός ο μαγκιόρος απ’ την Θεσσαλονίκη να φορτώσει τα μοσχάρια του Σωτήρη για το σφαγείο. Είδε την Αλέκα και την αναγνώρισε, είχαν πιει κάτι ούζα μαζί , αυτή και ο πρώην αρραβωνιαστικός της ο ζωέμπορας και θυμόταν που την πασπάτευε κάτω από το τραπέζι και όχι μόνο της άρεσε και κάθονταν αλλά άνοιγε περισσότερο τα πόδια της  και έχωνε αυτός τα χοντροδάχτυλα του όσο πιο βαθιά μπορούσε . Τον είχε κάνει τούρμπο εκείνο το βράδυ. Δαγκάθηκε όταν τον είδε, δεν ήξερε τι να πει την ώρα που της  τον σύστηνε ο Σωτήρης.  Ο ξάδερφος  της  χαμογέλασε πλατιά και της έσφιξε το χέρι, «Χαίρω πολύ»  είπε ευγενικά σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. Από τότε τους έκανε συχνές επισκέψεις, τον φιλοξενούσαν και βράδια με το πρόσχημα ότι «τώρα που παντρεύτηκες και νοικοκυρεύτηκες ρε Σωτήρη μάλιστα , πρώτα που να ερχόμουν να με κοίμιζες στο καλύβι; ». Τα έλεγε και  ξέσπαγε σε γέλια τρανταχτά.  Τον έστελνε η Αλέκα τον Σωτήρη στο καφενείο να φέρει μπύρες, ο ξάδερφος δεν έχανε ευκαιρία την χούφτωνε. Έκανε αυτή τάχα την δύσκολη, ήταν στη μέση η συγγένεια έλεγε, δεν ήτανε σωστό, πρώτα ξαδέρφια με τον άντρα της έλεγε, μα δεν τραβιόταν όταν κολλούσε πάνω της και την χαμουρεύονταν, βαριαναστέναζε και μέχρι να γυρίσει ο Σωτήρης τον έκανε τον ξάδελφο το χατίρι ,αλλά για τελευταία φορά έλεγε. Ο ξάδερφος έβαλε τα μέσα βρήκε δουλειά στο Σωτήρη, στα σφαγεία  «θα πηγαινοέρχεσαι με το λεωφορείο ρε ξάδερφε, σίγουρη δουλειά με  μισθό , με τις παχύνσεις  τι βγάζεις; Τον χρόνο σου χάνεις.» Δίσταζε ο Σωτήρης. « Θα πας» είπε κι η  Αλέκα «Τα δικά μου λεφτά τελείωσαν σχεδόν, θα κάνουμε παιδιά ,πως θα τα ζήσουμε; Θα πας». Πήγε ο Σωτήρης σφάχτης στα σφαγεία, τον ξεφορτώθηκαν. Ζούσε ένα παθιασμένο έρωτα με τον πρώτο ξάδερφο.  Όταν γύριζε ό Σωτήρης από τα σφαγεία αργά το απόγευμα, αυτή είχε όλο πονοκέφαλο κι όταν πήγαινε το βράδυ να την ακουμπήσει του έλεγε «Άσε με βρωμάς» και το εννοούσε γιατί όσο και να πλένονταν πότιζαν οι πόροι ,τόσες σφαγές , τόσες ώρες, τόσα ξεκοιλιάσματα, κάθε μέρα, βρωμούσε το σάπιο αίμα.

Η Σοφία είχε σπάσει τόσα χρόνια πουτάνα, κλεισμένη σε μια κάμαρα με τον κάθε βρωμιάρη μέσα στα σκέλια της , με τα παντζούρια ερμητικά κλειστά, και τα παράθυρα σκεπασμένα με κουρτίνες , το φως  του γλόμπου  χαμηλωμένο, τα έβαφε όλα ροζ, να μην ξέρει αν είναι μεσημέρι  ή απόγευμα, αν έχει έξω ήλιο ή συννεφιά  μια ζωή στα σκοτάδια. Είχε περάσει  η μπογιά της, είχαν βγει άλλες πιο νέες στην πιάτσα , δεν την έπαιρναν οι πελάτες, ήταν φύρα για το μπουρντέλο. Λεφτά δεν μπόρεσε να μαζέψει, άλλα έφαγαν οι αγαπητικοί, άλλα οι μετακινήσεις, τα ξενοδοχεία, γιατί άλλαζαν  πόλεις, κωμοπόλεις , βαριόταν οι πελάτες τις ίδιες και τις ίδιες και μια πήγαινε στα Τρίκαλα, κάθονταν κανένα εξάμηνο ,μια στη Δράμα, μια στην Κομοτηνή, στην Αρναία, στη Λάρισα, παντού. Μάζεψε  όμως ένα μικρό, μικρούτσικο κομπόδεμα. Ένα πρωινό πήγε και βρήκε τον Σωτήρη  στην δουλειά του, στα σφαγεία ,τον παρακάλεσε να την δώσει ένα κοματάκι απ’ το οικόπεδο το πατρικό να χτίσει μια κάμαρα σε μια γωνιά, δεν θα τους ενοχλούσε, να είναι κοντά στα αδέρφια της, να ζήσει σαν άνθρωπος στα στερνά της. Της είπε ότι θα μιλούσε με την γυναίκα του και θα της απαντούσε. Μόλις το άκουσε η Αλέκα έγινε πυρ και μανία. «Εδώ, σ’ αυτήν την αυλή που θα μεγαλώνουν τα παιδιά που θα γεννήσω θα έρθει να ζήσει αυτή η καραπουτανάρα; Θεέ και Κύριε! Θα με τρελάνεις εσύ ρε! Σε πήρα και σ’ έφτιαξα άνθρωπο, που αντί για σπίτι είχες κοτέτσι, και θες τώρα να κουβαλήσεις μες το οικόπεδο την αδερφή σου την χαμούρα, να  μας γελάει το χωριό ,ρε που έμπλεξα η κακομοίρα. Συγχώρα με θεέ μου» και σταυροκοπιόταν. Ο Σωτήρης την άλλη βδομάδα που ξαναπέρασε η Σοφία της είπε πως δεν γίνονταν αυτό. «Δεν πειράζει αδερφέ ,ας είσαι καλά» του απάντησε. Στέκονταν και την έβλεπε να απομακρύνεται  σέρνοντας το  βήμα της  πάνω στα σπασμένα πεζοδρόμια, με το κεφάλι σκυφτό , είχε καμπουριάσει, είχε βαρύνει. Ο ξάδερφος ξεκαρδίστηκε όταν του το είπε η Μαρίκα την άλλη μέρα αγανακτησμένη. «Γιατί γελάς ;» τον ρώτησε. «Τίποτα μωρό μου, μου φάνηκε λιγάκι αστείο» της είπε. «Έλα πάμε να ξαπλώσουμε να μ΄ αγκαλιάσεις να μου φύγει η σύγχυση»  τον τράβηξε από το χέρι. «’Έχω  δουλειές τώρα, θα πάω να δω κάτι μοσχάρια και θα σε πάρω αγκαλιά το βράδυ μετά το φαγητό. Να φορέσεις τις μαύρες ζαρτιέρες μ’ ανάβουν» την φίλησε δυνατά. «Μα το βράδυ θα είναι ο Σωτήρης εδώ, το διακινδυνεύουμε , φοβάμαι μην  σηκωθεί μες την νύχτα» « Μην φοβάσαι μωρό μου, δεν θα σηκωθεί, δεν είναι δα και τόσο μαλάκας». Ο Σωτήρης  άκουγε τις  νύχτες, τα πνιχτά βογγητά , άκουγε τους στεναγμούς  της και πολλές φορές έκλαιγε σαν μικρό παιδί στα μουλωχτά.

Το πρώτο  αγόρι που γέννησε η Μαρίκα βγήκε φτυστό ο ξάδερφος, άσπρο και ροδαλό, τίποτα δεν πήρε από αυτήν.  Αργότερα την παράτησε ο ξάδερφος , βαρέθηκε, βρήκε άλλη, αραίωσε τις επισκέψεις. Την στοίχισε πολύ, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς. Το δεύτερο αγόρι  έμοιαζε στον Σωτήρη, σκούρο μελαχρινό .

katerina Simintira