Διήγημα της Κατερίνας Σημηντήρα

h-apoikia-colonia

Ο χειρότερος άνθρωπος
Ο χειρότερος άνθρωπος ήταν . Όλα τα κακά επάνω του τα είχε. Πρώτα, πρώτα ήταν πρόστυχος, πώς να βάλει καμιά κοπέλα στο χέρι και μετά να την παρατήσει. Τα βράδια  τριγυρνούσε έξω από τα σπίτια  μπας  και μπανίσει  καμιά, την ώρα  που έβγαινε προς νερού της  ή κοίταζε στα παράθυρα να πετύχει  κουρτίνες που ξεχάστηκαν να τραβηχτούν ερμητικά. Εκείνο τον καιρό τα χωριά δεν είχαν ηλεκτρικό. Σαν τον φαντομά τριγύριζε ξελιγωμένος στα σκοτάδια ο Σωτήρης. Μεγάλος τεμπέλης, τα χωράφια του τα νοίκιαζε. Είχε ένα οικόπεδο  πάνω στην δημοσιά και στην άκρη  ένα σπίτι παλιό  χαμηλοτάβανο, μπρούμυτα  έμπαινες, ανάσκελα  έβγαινες, σκέτο ερείπιο.  Ξυπνούσε το πρωί και κατουρούσε στο μεϊντάνι, απάνω στις αστριχές, καμιά ντροπή. Είχε πέντε ,έξη μοσχάρια ταλαιπωρημένα, δεμένα συνέχεια σε ένα υπόστεγο αυτοσχέδιο με καλαμιές , τα βαρούσε ο ήλιος  όλο το καλοκαίρι, τα τσουρούφλιζε τα ζωντανά , βρωμοκοπούσε ο τόπος κόπρανα, η μύγα πήγαινε σύννεφο, δήθεν ασχολούνταν με την  πάχυνση ζώων. Τα πουλούσε το Φθινόπωρο σε έναν πρώτο του ξάδερφο, μαγκιόρο, που είχε χασάπικο στην Θεσσαλονίκη. Μήπως τι έβγαζε;  Ίσα, ίσα να βρωμίζει την γειτονιά. Αδέλφια δεν είχε, μόνο αδελφές. Οι δυο μεγαλύτερες ήταν παντρεμένες, η μια με τσομπάνο κι η άλλη με ένα κομμουνιστή άνεργο που κυκλοφορούσε στους δρόμους με ένα τρανζίστορ ανοιχτό στην κολοτσέπη που έπαιζε ενώ βάδιζε διάφορα τραγούδια του συρμού και  που παρακολουθούσε καθημερινά , με πάθος, τις συνέχειες του ραδιοφωνικού σίριαλ «Το σπίτι των Ανέμων» ,μέχρι που στο καφενείο  τον άλλαξαν όνομα και τον φώναζαν Λαμπίρη. Η μεσαία ήταν ομορφούλα, μπλέχτηκε με έναν υφασματέμπορο,  παντρεμένο, πλούσιο στο χωριό, μικρή ήταν της άρεσαν τα λούσα, ξεγελάστηκε, όμως μικρός κι ο τόπος, έβγαλε κακό όνομα,  όταν την παράτησε δεν την έπαιρνε κανείς. Αργότερα ερωτεύτηκε  έναν ξένο γόη, που τριγυρνούσε στα χωριά με μια Volvo άσπρη  και πουλούσε έρωτα στα κορίτσια. Ξεγέλασε κάποιες  απ’ την περιοχή. Αυτός όταν την πήδηξε και κατάλαβε πως άλλος είχε προηγηθεί, την έβγαλε κατευθείαν στο κλαρί. Από την πρώτη μέρα την έβαλε σε πορνείο στο βαρδάρη. Η τελευταία η  Φραξούδα, ήταν πολύ άσκημη, κοντή, μαύρη, ασουλούπωτη. Όλη μέρα πασαλείβονταν με κρέμα για να ασπρίσει .Κυκλοφορούσαν τότε μυστικά  κάποιες κρέμες προσώπου ,καλυμμένες  με ένα πέπλου μυστηρίου και θαύματος, από λευκό μόλυβδο και υδράργυρο που σε άσπριζαν. Κρέμα  « Λέλα» λέγονταν. Και μόνο το όνομα « Λέλα» τότε, σήμαινε πολλά, δεν την έλεγαν ας πούμε κρέμα Κατίνα ή Βαγγελιώ. Το όνομα Λέλα  ήταν μοντέρνο ,δήλωνε κοκεταρία, φαντασιωνόσουν πως θα γινόσουν λευκή, αέρινη ,σαν άγγελος ένα πράμα , ήθελες να την αποκτήσεις μπας και στρώναν  οι αυλακιές στα μάγουλα ,και άσπριζες λίγο που ήσουν σκέτη κατσιβέλα από γεννησιμιού σου. Εκτός από την Φραξούδα την φορούσαν  οι αδερφές Ιωσηφιδη και η θεία Παναγιώτα. Η θεια όταν παντρεύτηκε και έφυγε από το πατρικό της, αυτήν την πολυτέλεια την έκοψε μαχαίρι, γιατί με τον  άντρα  τον κουμαρτζή που έμπλεξε , κάθε μέρα νηστικιά ήταν. Η  κρέμα δημιουργούσε   παρενέργειες, αϋπνίες, πονοκεφάλους  και αν κάποια την διέκοπτε άφηνε σημάδια ανεξίτηλα, σαν χάρτης παρδαλός  ήταν  τα μούτρα της θείας  μια ζωή. Οι αδερφές  Ιωσηφίδη που εξακολουθούσαν να την  φορούν αναγκαστικά, είχαν αποχτήσει  στο τέλος  εκείνο το νοσηρό, νεκρικό λευκώ. Άσπρες σαν το πανί  έμπαιναν στην εκκλησία και σκιάζονταν ο κόσμος, σταυροκοπιόταν. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ, πέθαναν νέες και λυπημένες. Η φραξούδα   έφυγε κι αυτή  στην Θεσσαλονίκη , έλεγαν  ότι δούλευε καθαρίστρια σε μπουρδέλα.

Η Κατίνα αντίθετα από τα αδέρφια της που ήταν καστανά, ήταν κατάξανθη. Οι ξανθιές ήταν δυσεύρετες τότε, ζήτημα να είχε κάνα δύο σε κάθε χωριό.  Ήταν το τρίτο κορίτσι της Αγλαΐας και του κυρ Θανάση.  Για να πούμε την αλήθεια ο Σωτήρης ήταν καλός γαμπρός, πολλά κορίτσια τον ήθελαν στο χωριό γιατί ήταν μοναχογιός και όλα τα χωράφια και το οικόπεδο του άνηκαν. Τα κορίτσια τότε δεν τα έδιναν σπουδαία πράγματα, καμιά τέσσερα στέμματα, τις περισσότερες φορές  τίποτα. Γονείς δεν είχε ,είχαν πεθάνει, δεν θα είχαν μέσα στα πόδια τους πεθερικά να μπλέκονται, οι κουνιάδες άλλες παντρεμένες, άλλες φευγάτες, τι καλύτερο; Το σπίτι της Κατίνας ήταν καινούργιο, αλλά έξω απ’ το χωριό, τέρμα στο τσαΐρι, ενώ το δικό του μπορεί να ήταν χάλια αλλά ήταν στην πιάτσα, στην αγορά, μπροστά στην δημοσιά, εκεί που βολτάριζαν τα κορίτσια τα απογεύματα της Κυριακής και γίνονταν το νυφοπάζαρο, είχε σεργιάνι. Την ήξερε από μικρή την Κατίνα ο Σωτήρης στους ίδιους δρόμους μεγάλωσαν, στο ίδιο σχολείο πήγαν, ξεχώριζε με τα πράσινα μάτια  και τα ξανθά μαλλιά . Την κοίταζε όπου την συναντούσε επίμονα. Αυτή δεν τον έδινε σημασία. Σιγά να μην παντρεύονταν στο χωριό να χρίνει το παλιόσπιτο του Σωτήρη, αυτή θα έπαιρνε κανέναν μαγαζάτορα να πάει στην Πόλη, να βάφει τα χείλια ολοκόκκινα και να χαζεύει βιτρίνες όχι να σαρώνει αυλές  και σβουνιές από μοσχάρια.  Ήταν μεγάλη οικογένεια η Κατίνα αλλά εκείνο τον καιρό είχαν  μείνει δυο γυναίκες μόνες στο σπίτι. Οι δυο μεγαλύτερες αδερφές της παντρεύτηκαν στα ξένα και ο αδερφός ο Σάκης ήταν στην φυλακή, όμως άδικα ,αυτό το γνώριζαν και οι πέτρες στο χωριό. Ένα δυστύχημα ήταν, αγαπούσε μια κοπέλα, πήγε να την κλέψει και έπεσαν με το ποδήλατο στο ποτάμι, δεν μπόρεσε να την σώσει και αυτός που σώθηκε ήταν θαύμα. Αλλά έγκλημα εξ αμελείας τον φόρτωσαν, και τον καταδίκασαν , έχασε και την δουλεία του, ήταν εισπράκτορας στα λεωφορεία της γραμμής. Τον πατέρας της τον κυρ Θανάσης , δεν τον χωρούσε ο τόπος από τότε, έφευγε κάθε έξη μήνες στο βουνό , δούλευε τσομπάνος σε έναν κεχαγιά που είχε κοπάδια  και όταν γυρνούσε στο χωριό  δεν ήθελε να βλέπει κανέναν.  Κι η μάνα της η Αγλαΐα  όλο μοιρολογούσε και καταριόταν την ώρα και την στιγμή που έμπλεξε το παιδί της με αυτήν. Γιατί αυτή έφταιγε, τον ξεσήκωσε να κλεφτούν, μάλιστα αυτή και η μάνα της και το κατέστρεψαν το παιδί .

Ο Σωτήρης τα βράδια περνούσε έξω από το σπίτι της με το ποδήλατο, μοναχές γυναίκες ήταν τι να φοβηθεί;  Έβγαινε η Κατίνα βράδυ να πάει προς νερού της  αυτός κρυμμένος στα λάπατα προσπαθούσε να κάνει μπανιστήρι μες το σκοτάδι. Η Φιλιώ ανεψιά του Σωτήρη κόρη της  μεγάλης του αδερφής, ήταν φιλενάδες με την Κατίνα, πήγαινε συχνά στον θείο της  και του συγύριζε το σπίτι. Έτυχε να πάνε μια φορά μαζί ,για παρέα. Καλοκαίρι ήταν, μεσημέρι, η φιλιώ έπλενε πιάτα στην κουζίνα κι η Κατίνα χάζευε στο μεσαίο δωμάτιο, ένα πράμα σαν σαλόνι, τις οικογενειακές φωτογραφίες  που ήταν κορνιζαρισμένες και κρεμασμένες με πρόκες στον τοίχο. Η συγχωρημένη η μάνα του με τον πατέρα του, οι μεγάλες του αδερφές  νύφες, μια βάπτιση, και μια φωτογραφία της Σοφίας που ήταν μικρή. Δεν κατάλαβε πότε μπήκε ο Σωτήρης μέσα. Γύρισε απότομα και βρέθηκε εντελώς μπροστά του.  Φορούσε μια λεπτή καλοκαιρινή μπλούζα μερσεριζέ και οι ρόγες στα στήθια της ξεχώριζαν. Ο Σωτήρης άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε την ρόγα της.

«Άσε με  θα φωνάξω» τον είπε

«Δεν σε κάνω τίποτα» της απάντησε σιγανά και εξακολουθούσε να  την χαϊδεύει

«Άσε με θα φωνάξω ,φύγε από μπροστά μου.»

«Δεν σε κάνω τίποτα» την κοίταζε βαθιά στα μάτια παίζοντας τώρα και με τις δυο ρόγες που είχαν γίνει σαν κουρκουμπίνια

«Φύγε δεν καταλαβαίνεις»  είπε  ξεψυχισμένα και ένιωσε μια λιποθυμιά.

«Θα φύγω» της είπε και το χέρι του γλίστρησε κάτω από την φούστα της, «Θα φύγω τώρα» έσκυψε την φίλησε στα χείλη, στο λαιμό, «Θα φύγω» την χάιδευε απαλά, ψηλά, ανάμεσα στα πόδια. Είχε μαρμαρώσει, μα συνήλθε. Τον έδωσε μια σπρωξιά και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της, όμως από κείνη την στιγμή με το που τον σκεφτόταν την πλημμύριζε, ένα αίσθημα ευδαιμονίας  . Το άλλο βράδυ που βγήκε να πάει προς νερού της ο Σωτήρης  περίμενε. Αντιστεκόταν μα δεν έφευγε,  την φιλούσε, την χάιδευε, τον τρέλαινε, τον άναβε και μετά τον παρατούσε. Ένα βράδυ ξαναμμένος δεν άντεξε ,την ξάπλωσε  κάτω στο πράσινο χορτάρι κι η πανσέληνος  πάνω τους άσπρη, φώτιζε τα σκοτάδια . Το είχαν κρυφό πολύ καιρό ώσπου αυτόν άρχισαν να τον ξεφεύγουν λόγια . «Τι υπονοείς ρε;» τον ρωτούσαν οι φίλοι του. Στην αρχή δεν έλεγε όνομα, αλλά ήθελε να το παινευτεί το κατόρθωμα, δεν βαστούσε, καμάρωνε τον ανδρισμό του, το ομολόγησε ένα βράδυ στο καφενείο τάχα εμπιστευτικά. Δεν το πίστευαν οι φίλοι του. « Αυτή είναι ψηλομύτα ρε, ξανθιά, εσένα  λιμπίστηκε;» «Καλάαα! Μην πιστεύεται αλλά θα έρθει η στιγμή που θα το δείτε» «Τι θα δούμε ρε καραγκιόζη;» «Ρε την έχω γυναίκα σας λέω, κάθε βράδυ την πηδάω.» «Τι λέει αυτός;  Αποκλείεται!» «Ελάτε ρε απόψε το βράδυ μετά τις δώδεκα και κρυφτείτε στο μεγάλο χαντάκι, στο τσαίρι , αλλά μην βγάλετε τσιμουδιά και καταλάβει και χάσω το μέλι ,αλίμονο σας τσογλάνια». Τα μεσάνυχτα ο Σωτήρης  όταν την ξεβράκωσε , πέταξε το βρακί της μέσα στο μεγάλο χαντάκι. « Τι έκανες;» Τον ρώτησε . «Αστό τώρα, θα το βρούμε μετά» της ψιθύρισε μέσα στο αυτί  και  την έκανε να βογκήξει εκείνο το βράδυ πολλές φορές. Την άλλη μέρα στο καφενείο το βρακί της έκανε το γύρω των τραπεζιών , από την μια τσέπη έβγαινε στην άλλη έμπαινε, ξεκαρδίζονταν στα γέλια,  έκαναν χοντράδες, και ο Σωτήρης έγινε μάγκας. Πήγαν και άλλες φορές και πήραν μάτι. Το έμαθε η Κατίνα από μια ξαδέρφη της , πήγε κατευθείαν στο σπίτι του και τον έφτυσε στα μούτρα. « Άντρας είσαι εσύ ρε; Πεντάρα δεν αξίζεις ,όμως έμπλεξα, τον άλλο μήνα γυρνάει ο πατέρας μου από το βουνό, θα έρθεις να με ζητήσεις και μέχρι τότε ούτε να σ’ ακούσω, ούτε να σε ξαναδώ ρεμάλι» .

Η Αλέκα ζούσε σε ένα χωριό κοντά στην Θεσσαλονίκη, είχε αρραβωνιαστεί με προξενείο με έναν ζωέμπορα  από την Σκύδρα που την ταλαιπώρησε τρία χρόνια, σήμερα  θα σε πάρω ,αύριο θα σε πάρω, τα χρόνια περνούσαν είχε φτάσει τα είκοσι επτά και στο τέλος την παράτησε. Η Αλέκα ήταν φτωχιά, η προίκα της ήταν η παρθενιά της. Τον έκανε δικαστήριο, για προσβολή της τιμής της και για απώλεια της παρθενίας  της, πήγαν από το χωριό μάρτυρες και το κέρδισε. Καταδικάστηκε  του υπεβλήθηκε ποινή  πενήντα χιλιάδες δραχμές  ως αποζημίωση, πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη. Αυτά τα λεφτά τα είχε στην τράπεζα η Αλέκα  και τοκίζονταν μέχρι να βρεθεί ο καλός ο γαμπρός, ήταν η προίκα της. Η φουρνάρισσα του χωριού ήταν εξελιγμένη κάπως , μιλούσε πάντα με ύφος και έλεγε λιγοστές λέξεις, γιατί η γυναίκα είχε υπάρξει στο παρελθόν πλούσια δεν καταδέχονταν να δίνει αξία στον κάθε τελευταίο  που της απεύθυνε το λόγο. Την Αλέκα όμως έπιανε κουβεντολόι σαν ίσος προς ίσο. Παλιά, ούτε να την ξέρει. Έτσι ήταν η φτιάξη της, ο τύπος της, ο χαρακτήρας της, λάτρευε το χρήμα και τα μεγαλεία, τους φτωχούς τους απεχθάνονταν. «Αλέκα μου, είσαι τυχερή μέσα στην ατυχία σου γιατί με τόσα λεφτά τον καλύτερο θα πάρεις, μόνο να βρεις μια καλή προξενήτρα » την συμβούλευε.  Είχε βάλει μια προξενήτρα ή Αλέκα και της  το είχε τονίσει, να  βρει έναν καλό που να άξιζε τα λεφτά, αλλά ακόμα δεν είχε βρεθεί ο κατάλληλος.

Ο Σωτήρης κατά βάθος την ήθελε την Κατίνα όμως δεν γίνονταν με κανένα τρόπο να την πάρει  μετά το εξευτελισμό που της έκανε. Θα γελούσε και το παρδαλό κατσίκι μαζί του. Αν και ο αδερφός της ήταν φυλακή, φοβόταν μην γίνει καμία φασαρία με κανένα ξάδελφο της  για αυτό αποφάσισε να παντρευτεί με άλλη το γρηγορότερο. Είπε στην αδερφή του πως γύρευε προξενήτρα . Η αδερφή του που τον ήξερε, γιατί πριν την Κατίνα τα είχε με μια παντρεμένη  μπακάλισσα, μια τροφαντή , γεμάτη ,σγουρομάλλα από το διπλανό χωριό. Είχε ένα άντρα κοντό τον έριχνε ένα κεφάλι, αδύνατο, μισή μερίδα, είχε χοιροστάσιο, μακριά, έξω από το χωριό, εκεί  έμεινε όλη την εβδομάδα, εκτός από τις Κυριακές που μπανιαρίζονταν  ο άνθρωπος να φύγει η γουρουνίλα από πάνω του, έβαζε τα Κυριακάτικά  του και την συνόδευε στο σινεμά . Φορούσε αυτή ένα μπροκάρ  φουξ ,λίγο σκαφτό στο στήθος, με εντυπωσιακά σχέδια που επανώτιζε στο γοφό και το συγκρατούσε με μια καρφίτσα  γυαλιστερή ,άστραφτε. Αρχόντισσα μες το σινεμά. Ο Σωτήρης πήγαινε συνήθως  μεσημέρι στο μπακάλικο που έκοβε κάπως η κίνηση και παράγγειλε ούζο με μεζέ, τσίρο στη λαδόκολλα. Καθόταν στην άκρη του πάγκου, του άρεσε να παίρνει μάτι , τον ερέθιζε όταν αυτή έσκυβε να πάρει κάτι και αποκαλύπτονταν  τα αφράτα μπούτια  που τα έσφιγγαν οι μαύρες καλτσοδέτες  ή όταν μετρούσε  τα χαρτονομίσματα, τα έστριβε σε ρολό και τα έκρυβε μέσα στο σουτιέν της. Στενό το μαγαζί , την ακουμπούσε με το γόνατο κατά λάθος καθώς πηγαινοέρχονταν αυτή να εξυπηρετήσει τις μανίες και τα παιδάκια, γιατί τότε αυτούς  έστελναν για θελήματα, οι νέοι είχαν δουλειές. Την ακουμπούσε, τον ακουμπούσε, δεν ήθελε πολύ, ένα μεσημέρι δεν μπορούσε αυτή να ανοίξει μια μεγάλη κονσέρβα με παστή σαρδέλα και παιδεύονταν με το μαχαίρι. Πήγε αυτός  να την βοηθήσει μα δεν πρόλαβε ,όπως ήταν αναμμένοι πήραν φωτιά , κλείδωσαν το μαγαζί από μέσα, πήγαν πίσω στην αποθήκη και το έκαναν στα όρθια. Ύστερα έφυγε γιατί  θα γύριζαν τα παιδιά της από το σχολείο. Συνεχίστηκε αυτό ένα χειμώνα .Κάθε βράδυ εξιστορούσε στο καφενείο του χωριού του τις χάρες της ,έλεγε λεπτομέρειες πρόστυχες, χαχάνιζαν οι άλλοι .Από στόμα σε στόμα έφτασε κι στα αυτιά της πεθεράς της, το είπε στον γιο της, την παραφύλαξε αυτός ,τους έπιασε να τραβιούνται στον αχυρώνα πάνω στα δεμάτια με το  σάλμα ,μέρα μεσημέρι.  Δεν το άντεξε ο φουκαριάρης , πήρε μια σπαρτίνα, την έδεσε στο χοντρό δοκάρι που στήριζε το ταβάνι και κρεμάστηκε μέσα στο χοιροστάσιο. Τα πεθερικά της, σαν σκυλί την πέταξαν στο δρόμο και κράτησαν τα παιδιά.  Έλεγαν  μετά πως έφυγε μετανάστρια στην Αυστραλία.  Όλο τέτοια έκανε, πήρε πολλές στο λαιμό του, για αυτό η αδερφή του βιάστηκε να βρει προξενήτρα μπας και παντρευόταν και ησύχαζαν.  Η προξενήτρα  πήγε το προξενιό στην Αλέκα, την είπε ότι έχει κεντρικό μεγάλο οικόπεδο, χωράφια, μοναχογιός είναι , υποχρεώσεις δεν είχε, δεν έπινε ,δεν κάπνιζε, προσωπικά έξοδα μηδέν, τι καλύτερο;. Ορίστηκε να συναντηθούν  ένα απόγευμα στο σπίτι της αδερφή του. Μπροστά κι η προξενήτρα, μίλησαν για τον καιρό, για τον  Άγιο Νεκτάριο και τα θαύματα του και πόσοι σώθηκαν, αλλά άπιστος ντουνιάς τι περιμένεις;  Η Αλέκα τον είδε νταβραντισμένο της άρεσε είπε το ναι αμέσως όταν την ρώτησαν. Του Σωτήρη δεν του άρεσε του φάνηκε μεγάλη, ήταν πολύ μελαχρινή, είχε ένα χρυσό δόντι μπροστά, τιμή δεν είχε, δεύτερο χέρι, όπως και να το κάνεις μεταχειρισμένη, αλλά βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, ήταν και το χρήμα στη μέση, είπε κι αυτός το ναι. Αυτό ήταν, σε ένα μήνα τάκα- τάκα, έκανε τα χαρτιά και την παντρεύτηκε και η Αλέκα ήρθε να ζήσει στο χωριό. Η Κατίνα έκλαψε πολύ, αποφάσισε να τον σκοτώσει, θα τον έστηνε καρτέρι, θα τον μαχαίρωνε, Θα ξέπλενε την ντροπή. «Ποιος θα σε πάρει τώρα  που ακούστηκες μέχρι  και στα περίχωρα;  Πως θα βγεις στο δρόμο;  όλοι οι άντρες θα σε βλέπουν και θα χώνουν τα χέρια τους μες τα ζωνάρια τους. Θα πέφτει σύρμα, θα λεν περνάει η Κατίνα το πουτανάκι.  Ξεφτιλιστήκαμε, δεν έχουμε πρόσωπο στην κοινωνία, γελάει μαζί μας ο κόσμος.»  την  έλεγε η μάνα της. Η Αγλαΐα δεν είχε κουράγιο να την διώξει από το σπίτι, από τότε που μπήκε ο Σάκης φυλακή, έσπασε.  Μόνο την είπε, να ακονίσεις καλά το μαχαίρι.

Ο Σάκης στη φυλακή ήταν στο ίδιο κελί με έναν ισοβίτη, είχε σκοτώσει άνθρωπο . Είχε δυο  αγόρια μικρά όταν έκανε το φόνο και μια γυναίκα αγράμματη. Τα παιδιά δεν έβγαλαν το δημοτικό ,είχαν ταμπέλα ,ήταν οι γιοί του φονιά. Το είχε βάρος που τα καταδίκασε να είναι  θύματα,  ανυπεράσπιστα σε όλες τις βίες.  Σε μια παράγκα έμεναν, έξω στο ορμάνι  απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο που δεν τους ζύγωνε λες και ήταν λεπροί. Ο μεγάλος είχε πολλά προβλήματα ψυχολογικά που σιγά ,σιγά τον οδήγησαν στην τρέλα. Τον έκλεισαν στο τρελοκομείο στη Σταυρούπολη. Ο δεύτερος  σαν μεγάλωσε κατάφερε να σταθεί στα πόδια του .Έπιασε δουλειά στο  εργοστάσιο της Βιοχάλκου, βαριά δουλεία, ανθυγιεινή,  αλλά ο μισθός έπεφτε κάθε μήνα  . Ο  Σάκης είπε στον ισοβίτη τα καθέκαστα με την αδερφή του, θα τους σκότωνε άμα έβγαινε απ’ την φυλακή κι αυτόν τον κερατά  και αυτήν την άτιμη, να πάν στο διάολο με τα ρεζιλίκια που του φόρτωσαν στην καμπούρα του.  Ο ισοβίτης του μίλησε για το γιό του τον Ανδρέα που είναι καλό παιδί ,αδικημένο, μεγάλωσε χωρίς στηρίγματα,  μέσα στην απόλυτη φτώχια, τα κατάφερε όμως , δουλεύει σε εργοστάσιο τώρα, στο Βιοχάλκου, βαριά δουλεία και ανθυγιεινή, αλλά ο μισθός πέφτει κάθε μήνα, απέδειξε πως είναι δυνατός .Να φτιάξει οικογένεια δύσκολο ,είπε.  Ποία θα παντρευόταν  έναν που έχει αδερφό στο τρελοκομείο και πατέρα φονιά;

Η Κατίνα και ο Ανδρέας συναντήθηκαν στο νέο σιδηροδρομικό σταθμό ένα σούρουπο καλοκαιρινό, ο ήλιος έγερνε βαριά στη δύση. Το ραντεβού το έκλεισε ο Σάκης από την φυλακή. Ήταν κι ο Αντρέας ξανθός, τρία χρόνια μικρότερος της, αλλά τι πείραζε;  Πληγωμένοι και οι δύο για διαφορετικούς λόγους ο καθένας , είχαν κάτι κοινό μεταξύ τους, την αδικία, ψυχοπόνεσε ο ένας τον άλλον. .  Πρώτα αρραβωνιάστηκαν, και βούλωσαν τα στόματα του κόσμου, ύστερα έπιασαν ένα σπίτι  στο κουλέ καφέ , δούλευε και η Κατίνα  σε καθαριστήριο ρούχων, και μια Κυριακή παντρεύτηκαν στην εκκλησία των Αγίων Πάντων. Όλο το εργοστάσιο τίμησε τον Ανδρέα και ήρθε στις στέψεις . Η Αγλαΐα αυτόν τον γαμπρό τον συμπάθησε πολύ.

Η Αλέκα με τα λεφτά γκρέμισε το παλιόσπιτο του Σωτήρη και έχτισε τρία μαγαζιά και από πάνω σπίτι ωραίο, μεγάλο, με μπαλκόνια ,γύρω ,γύρω.  Όταν ήρθαν τα κρύα ,ήρθε ο ξάδερφός ο μαγκιόρος απ’ την Θεσσαλονίκη να φορτώσει τα μοσχάρια του Σωτήρη για το σφαγείο. Είδε την Αλέκα και την αναγνώρισε, είχαν πιει κάτι ούζα μαζί , αυτή και ο πρώην αρραβωνιαστικός της ο ζωέμπορας και θυμόταν που την πασπάτευε κάτω από το τραπέζι και όχι μόνο της άρεσε και κάθονταν αλλά άνοιγε περισσότερο τα πόδια της  και έχωνε αυτός τα χοντροδάχτυλα του όσο πιο βαθιά μπορούσε . Τον είχε κάνει τούρμπο εκείνο το βράδυ. Δαγκάθηκε όταν τον είδε, δεν ήξερε τι να πει την ώρα που της  τον σύστηνε ο Σωτήρης.  Ο ξάδερφος  της  χαμογέλασε πλατιά και της έσφιξε το χέρι, «Χαίρω πολύ»  είπε ευγενικά σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. Από τότε τους έκανε συχνές επισκέψεις, τον φιλοξενούσαν και βράδια με το πρόσχημα ότι «τώρα που παντρεύτηκες και νοικοκυρεύτηκες ρε Σωτήρη μάλιστα , πρώτα που να ερχόμουν να με κοίμιζες στο καλύβι; ». Τα έλεγε και  ξέσπαγε σε γέλια τρανταχτά.  Τον έστελνε η Αλέκα τον Σωτήρη στο καφενείο να φέρει μπύρες, ο ξάδερφος δεν έχανε ευκαιρία την χούφτωνε. Έκανε αυτή τάχα την δύσκολη, ήταν στη μέση η συγγένεια έλεγε, δεν ήτανε σωστό, πρώτα ξαδέρφια με τον άντρα της έλεγε, μα δεν τραβιόταν όταν κολλούσε πάνω της και την χαμουρεύονταν, βαριαναστέναζε και μέχρι να γυρίσει ο Σωτήρης τον έκανε τον ξάδελφο το χατίρι ,αλλά για τελευταία φορά έλεγε. Ο ξάδερφος έβαλε τα μέσα βρήκε δουλειά στο Σωτήρη, στα σφαγεία  «θα πηγαινοέρχεσαι με το λεωφορείο ρε ξάδερφε, σίγουρη δουλειά με  μισθό , με τις παχύνσεις  τι βγάζεις; Τον χρόνο σου χάνεις.» Δίσταζε ο Σωτήρης. « Θα πας» είπε κι η  Αλέκα «Τα δικά μου λεφτά τελείωσαν σχεδόν, θα κάνουμε παιδιά ,πως θα τα ζήσουμε; Θα πας». Πήγε ο Σωτήρης σφάχτης στα σφαγεία, τον ξεφορτώθηκαν. Ζούσε ένα παθιασμένο έρωτα με τον πρώτο ξάδερφο.  Όταν γύριζε ό Σωτήρης από τα σφαγεία αργά το απόγευμα, αυτή είχε όλο πονοκέφαλο κι όταν πήγαινε το βράδυ να την ακουμπήσει του έλεγε «Άσε με βρωμάς» και το εννοούσε γιατί όσο και να πλένονταν πότιζαν οι πόροι ,τόσες σφαγές , τόσες ώρες, τόσα ξεκοιλιάσματα, κάθε μέρα, βρωμούσε το σάπιο αίμα.

Η Σοφία είχε σπάσει τόσα χρόνια πουτάνα, κλεισμένη σε μια κάμαρα με τον κάθε βρωμιάρη μέσα στα σκέλια της , με τα παντζούρια ερμητικά κλειστά, και τα παράθυρα σκεπασμένα με κουρτίνες , το φως  του γλόμπου  χαμηλωμένο, τα έβαφε όλα ροζ, να μην ξέρει αν είναι μεσημέρι  ή απόγευμα, αν έχει έξω ήλιο ή συννεφιά  μια ζωή στα σκοτάδια. Είχε περάσει  η μπογιά της, είχαν βγει άλλες πιο νέες στην πιάτσα , δεν την έπαιρναν οι πελάτες, ήταν φύρα για το μπουρντέλο. Λεφτά δεν μπόρεσε να μαζέψει, άλλα έφαγαν οι αγαπητικοί, άλλα οι μετακινήσεις, τα ξενοδοχεία, γιατί άλλαζαν  πόλεις, κωμοπόλεις , βαριόταν οι πελάτες τις ίδιες και τις ίδιες και μια πήγαινε στα Τρίκαλα, κάθονταν κανένα εξάμηνο ,μια στη Δράμα, μια στην Κομοτηνή, στην Αρναία, στη Λάρισα, παντού. Μάζεψε  όμως ένα μικρό, μικρούτσικο κομπόδεμα. Ένα πρωινό πήγε και βρήκε τον Σωτήρη  στην δουλειά του, στα σφαγεία ,τον παρακάλεσε να την δώσει ένα κοματάκι απ’ το οικόπεδο το πατρικό να χτίσει μια κάμαρα σε μια γωνιά, δεν θα τους ενοχλούσε, να είναι κοντά στα αδέρφια της, να ζήσει σαν άνθρωπος στα στερνά της. Της είπε ότι θα μιλούσε με την γυναίκα του και θα της απαντούσε. Μόλις το άκουσε η Αλέκα έγινε πυρ και μανία. «Εδώ, σ’ αυτήν την αυλή που θα μεγαλώνουν τα παιδιά που θα γεννήσω θα έρθει να ζήσει αυτή η καραπουτανάρα; Θεέ και Κύριε! Θα με τρελάνεις εσύ ρε! Σε πήρα και σ’ έφτιαξα άνθρωπο, που αντί για σπίτι είχες κοτέτσι, και θες τώρα να κουβαλήσεις μες το οικόπεδο την αδερφή σου την χαμούρα, να  μας γελάει το χωριό ,ρε που έμπλεξα η κακομοίρα. Συγχώρα με θεέ μου» και σταυροκοπιόταν. Ο Σωτήρης την άλλη βδομάδα που ξαναπέρασε η Σοφία της είπε πως δεν γίνονταν αυτό. «Δεν πειράζει αδερφέ ,ας είσαι καλά» του απάντησε. Στέκονταν και την έβλεπε να απομακρύνεται  σέρνοντας το  βήμα της  πάνω στα σπασμένα πεζοδρόμια, με το κεφάλι σκυφτό , είχε καμπουριάσει, είχε βαρύνει. Ο ξάδερφος ξεκαρδίστηκε όταν του το είπε η Μαρίκα την άλλη μέρα αγανακτησμένη. «Γιατί γελάς ;» τον ρώτησε. «Τίποτα μωρό μου, μου φάνηκε λιγάκι αστείο» της είπε. «Έλα πάμε να ξαπλώσουμε να μ΄ αγκαλιάσεις να μου φύγει η σύγχυση»  τον τράβηξε από το χέρι. «’Έχω  δουλειές τώρα, θα πάω να δω κάτι μοσχάρια και θα σε πάρω αγκαλιά το βράδυ μετά το φαγητό. Να φορέσεις τις μαύρες ζαρτιέρες μ’ ανάβουν» την φίλησε δυνατά. «Μα το βράδυ θα είναι ο Σωτήρης εδώ, το διακινδυνεύουμε , φοβάμαι μην  σηκωθεί μες την νύχτα» « Μην φοβάσαι μωρό μου, δεν θα σηκωθεί, δεν είναι δα και τόσο μαλάκας». Ο Σωτήρης  άκουγε τις  νύχτες, τα πνιχτά βογγητά , άκουγε τους στεναγμούς  της και πολλές φορές έκλαιγε σαν μικρό παιδί στα μουλωχτά.

Το πρώτο  αγόρι που γέννησε η Μαρίκα βγήκε φτυστό ο ξάδερφος, άσπρο και ροδαλό, τίποτα δεν πήρε από αυτήν.  Αργότερα την παράτησε ο ξάδερφος , βαρέθηκε, βρήκε άλλη, αραίωσε τις επισκέψεις. Την στοίχισε πολύ, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς. Το δεύτερο αγόρι  έμοιαζε στον Σωτήρη, σκούρο μελαχρινό .

katerina Simintira

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s