Μαρίκα

Διήγημα της Κατερίνας Σημηντήρα
Ήτανε πρώτη μαθήτρια στο δημοτικό, ο δάσκαλος επέμενε πολύ να πάει στο γυμνάσιο, του το έλεγε συνέχεια. «Θα την αδικήσεις Θανάση, είναι κρίμα», αλλά φτώχεια κείνα τα χρόνια, πού λεφτά για γυμνάσια και τέτοια. «Την χρειάζεται η μάνα της κυρ-δάσκαλε, δεν τα βγάζει πέρα, άλλα τρία παιδιά  το κατόπιν της». Και στο σπίτι βοηθούσε και μεροκάματο έφερνε στην εφηβεία η Μαρίκα. Άμα τελείωνε το θέρος, δούλευε στους μπαξέδες ή στα καπνά, όπου έβρισκε, και  τον Σεπτέμβρη ξεκινούσαν τα κορίτσια τσούρμο απ’ το χωριό, κατέβαιναν στον κάμπο, μάζευαν βαμβάκια, ως που χειμώνιαζε. Προκομμένη και ωραία, κάτι τσιτάκια ρετάλια φορούσε, μα το σώμα της  λαμπάδα, έστρωναν πάνω της κουτί. Ο κυρ Θανάσης, αν είχε άλλη γυναίκα, αν υπήρχε μια κατανόηση, μια αρμονία στο σπίτι, ίσως και να κατάφερνε να την σπουδάσει. Είχε τριάντα πέντε πρόβατα και χωραφάκια είχε, την πολεμούσε κάπως την φτώχεια, μα την γυναίκα του την Αγλαΐα δεν μπορούσε να την κάνει ζάφτι με τίποτα. Στριμμένο έντερο. Αν δεν έφαγε ξύλο! Σκοτωμένη την είχε, στο τέλος απελπίστηκε, την παράτησε. Αν και αυτή την συμπεριφορά του την πλήρωσε ακριβά στα στερνά του. Νηστικό τον άφηνε, με μπισκότα από το περίπτερο θρεφόταν και από ζάχαρο πήγε. Έψαχνε τρόπο να τον ξεκάνει, τον έβαλε να κοιμάται στο μικρό βορινό δωματιάκι, χωρίς θέρμανση και κουβάλησε το ψυγείο από την κουζίνα, το τοποθέτησε ακριβώς απέναντι από το κρεβάτι του, το άνοιγε, το έκλεινε συνέχεια, μπας και άρπαζε καμιά πνευμονία, γιατί «Άρρωστος ,άρρωστος αλλά δεν αποθνήσκει» παραπονιόταν. Χρόνια δεν την έβαζε σημασία, έλεγε αυτή, έλεγε, εκείνος τσιμουδιά, σαν να μιλούσε στο ντουβάρι. Λόγια ασυνάρτητα, ευτυχώς τα παιδιά δεν την έμοιασαν, αλλά με τέτοια μάνα μια καθυστέρηση στην αντίληψη την είχαν, κι όσο να πεις αυτός ο περιορισμός να κατανοούν εύκολα μια κατάσταση, αύξανε την καχυποψία τους, ένοιωθαν ανασφάλεια, ήταν δύσπιστα ,κουτοπόνηρα. Εκτός από την Μαρίκα, τα υπόλοιπα  μέχρι να βγάλουν το δημοτικό είδαν και έπαθαν, έμεναν και ξανά έμειναν στάσιμα, πράγμα αποδεκτό από την Αγλαΐα, γεγονός που ποτέ δεν την προβλημάτισε ούτε την ενόχλησε, το θεωρούσε εντελώς φυσικό και συνηθισμένο. Και ο νονός που αυτή επέμενε να τα βαπτίσει δεν τα είχε τετρακόσια, ξέφευγε , δεν τον έπαιρνε καμιά και έτσι θα έμεινε, ανύπαντρος, αλλά στάθηκε τυχερός ,τον προξένεψαν  με μια σοβαρή  γυναίκα, που έχασε τον άντρα της. Πέρασε αυτός τότε στον εμφύλιο με τους κουμουνιστές τα σύνορα της Αλβανίας  και χάθηκε στο παραπέτασμα. Έμεινε αυτή πίσω με ένα κοριτσάκι, δύσκολα τα χρόνια, τον πήρε για επιβίωση, σάματις οικοδόμος ήταν, ένα μεροκάματο πότε έφερνε, πότε δεν έφερνε. Η Αγλαΐα δεν την χώνευε, όλο σκαρφιζόταν κατηγόριες, δήθεν ήταν βρωμιάρα, ήταν πρόστυχη, δυο άντρες πήρε, ήταν μαλαγάνα, τον ξεγέλασε και μια μέρα που βρέθηκαν στην βρύση τυχαία και γέμιζαν τα γκιούμια, άρπαξε  πέτρες και την πετροβόλησε. Τόσο δεν έλεγχε τα ένστικτα και τον θυμό της, θαρρείς και τον γουστάριζε τον  κουμπάρο, αλλά δεν ήταν αυτό, άλλο την έτσουζε και την πλήγωνε. Ο κυρ Θανάσης μετά το τελευταίο παιδί δεν την ξαναπλησίασε ερωτικά, είχε να δει χαρά στα σκέλια της πάνω από δέκα χρόνια, ούτε να την ακουμπήσει. Αυτή η περιφρόνηση την εξαγρίωνε, την έκανε θηρίο ανήμερο.

Η Μαρίκα είχε τα όνειρα της, ήθελε ο άντρας που θα ερωτευόταν να την αγαπήσει πολύ, να την κυνηγήσει, να κάνει θυσίες για χάρη της. Την ζητούσαν κάποιοι από την περιοχή, ο ένας ήταν φτωχός, ό άλλος μαυριδερός, ο άλλος κουμαρτζής, εδώ που τα λέμε δεν ήταν και κανένας της προκοπής. Αλλά και αυτή, εργάτρια, φτώχεια είχαν και μια μάνα ανισόρροπη. Οι οικογένειες στο χωριό που είχαν μια οικονομική επιφάνεια και γιους λεβέντες με την Αγλαΐα, την νευρασθενικιά θα συμπεθέριαζαν;  Η Αγλαΐα πάλι βιαζόταν να την παντρέψει, είχε τις άλλες από πίσω. Σε ένα δωμάτιο κοιμόταν όλοι καταγής . Ζύμωναν τη λάσπη με το άχυρο, την άλειφαν στο χώμα το καλοκαίρι, αυτή στέγνωνε, σκλήρυνε με τη ζέστη, γινόταν  μπετόν, έστρωναν από πάνω  κουρελούδες, χράμια και ξάπλωναν. Με  πλήθια ήταν χτισμένο και πίσω κολλητά ήταν το μαντρί με τα πρόβατα. Ήταν καλοκαίρι, ζέστη, έβραζε ο τόπος, έπεσε αρρώστια στα πρόβατα. Σαν πράσα έπεφταν και ψοφούσαν. Από τα τριάντα πέντε, καμία δεκαριά σώθηκαν και κείνα τα πούλησαν στους χασάπηδες για σφαγή.  Η Αγλαΐα είχε ένα σταροχώραφο προίκα, αρχές του εξήντα το πούλησε και λίγο με τα αρνιά που έδωσαν, λίγο με τα χωράφια, έχτισαν τρία δωμάτια καινούργια με τούβλα, σοβατισμένα, με παντζούρια ξύλινα και ένα αποχωρητήριο έξω σαν σπιτάκι με μια τούρκικη λεκάνη από μωσαϊκό. Ένιωσε κυρά, αρχόντισσα, σαν να έμεινε σε παλάτι. Το επίθετο τους ήταν Μπέογλου και έλεγε αργότερα στους γαμπρούς με έπαρση πως ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα, για να εξηγήσει αόριστα με μια αφέλεια θριαμβευτική, το θρυλικό του ονόματος.

Κόντευε τα είκοσι τρία η Μαρίκα και θεωρούνταν μεγάλη σε ηλικία αφού τα είκοσι ήταν το όριο τότε.  Η Αγλαΐα γεροντοκόρη την ανέβαζε, γεροντοκόρη την κατέβαζε. Γκρίνιαζε απ’ το πρωί ίσαμε το βράδυ, μάλωνε με τον κυρ Θανάση, την κουβέντιαζαν τα κορίτσια, μάνα έτσι, μάνα αλλιώς, αδύνατον  να συνεννοηθούν, η Μαρίκα είχε αγανακτήσει. Ένα μεσημέρι αυτός είχε καλεσμένους στο καφενείο του χωριού κάτι πολιτικάντηδες από την Θεσσαλονίκη, μπλεκόταν λίγο με την πολιτική, είχε πολεμήσει στην Αλβανία και μετά στον Εμφύλιο με τον τακτικό στρατό. Ήταν σόι μεγάλο, είχαν ψήφους, τον είχαν ανάγκη. Ο καφετζής ετοίμαζε τους μεζέδες στην κουζίνα του κι αυτός είχε αγοράσει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας μοσχαρίσιο, της το πήγε πρωί- πρωί να το μαγειρέψει, θα το κουβαλούσε στο καφενείο να τους ευχαριστήσει, θα τους γύρευε χάρη εκείνη την μέρα, ήθελε να χώσει τον γιό του τον Σάκη μόλις απολυόταν απ’ το στρατό, εισπράκτορα στα λεωφορεία της γραμμής. Όταν πήγε το μεσημέρι να το πάρει, το βρήκε πάνω στο τραπέζι έτσι όπως το άφησε το πρωί, ωμό. Με κείνο το κρέας, είχε και κόκκαλα, άρχισε να την βαράει όπου έβρισκε, δεν λογάριαζε, ήξερε πως επίτηδες δεν το μαγείρεψε, να τον ρεζιλέψει στους καλεσμένους, να γελάν στο καφενείο μαζί του, να τον ξεφτιλίσει.

Το καλοκαίρι τα κορίτσια μάζευαν καπνά  στα  χωριά της Πιερίας, μετά έβγαιναν σεργιάνι στην πλατεία. O Τάκης, φορτηγατζής εκείνο τον καιρό, μεγάλο μούτρο, σταμπάρισε την  Μαρίκα. Την έστηνε στο καφενείο της αγοράς και μόλις την έβλεπε της έκανε στενό μαρκάρισμα.  Επέμενε, κολακεύτηκε κι αυτή, νόστιμος ήταν, κοτζάμ  φορτηγό είδε, ήταν μπουχτισμένη κι απ’ την Αγλαΐα, δεν ήθελε πολύ, άφησε τον εαυτό της ελεύθερο, τον ερωτεύτηκε. Την πήγαινε παντού, στα ουζερί, στα μπουζουξίδικα της περιφέρεις, ξόδευε, μετά στα επαρχιακά ξενοδοχεία της έταζε τον ουρανό με τ’ άστρα, μέχρι στο σόι του την σύστησε μια Κυριακή. Οι άνθρωποι έκαναν τον σταυρό τους, σαν την είδαν, μπας και νοικοκυρευόταν  το ρεμάλι . Ένα βράδυ όπως ήταν πιωμένος, μετά το σικίσι, της ξεφούρνισε πως ήταν τρία χρόνια χωρισμένος  και δεν είχε ακόμα διαζύγιο. Όλο το ταβάνι έπεσε επάνω της . Ήταν παντρεμένος με μια παλιοελλαδίτισσα, αλλά είχε να την δει από τότε που τον εγκατέλειψε και γύρισε στους γονείς της.  Όταν πήγε να  ζητήσει το λόγο, με τις κυνηγητικές καραμπίνες  τον υποδέχτηκε το σόι της, έσκαγαν σωρός οι σφαίρες, του τρύπησαν τα λάστιχα του φορτηγού και ένας θεός ξέρει πώς γλύτωσε .Η Μαρίκα είπε ξέπνοα πως πίσω στο σπίτι της δεν μπορούσε πια να γυρίσει . Ήταν τώρα γυναίκα του. Την αγκάλιασε, την κρατούσε όλη νύχτα σφιχτά, σαν να του ήταν πλέον απαραίτητη στη ζωή του.

Έφτασε η μέρα του αποχαιρετισμού. Τα κορίτσια αδημονούσαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, μοσχοβολούσαν τα σχίνα, οι καρποί τους στο χρώμα του μαύρου κι η θάλασσα καθρέφτης, γυάλιζε. Κάτω στην παραλία οι εστιάτορες είχαν ανάψει από ώρα τα μαγκάλια, οι φουφούδες  κάπνιζαν σαν φουγάρα, η μυρουδιά των ψητών ψαριών μπερδεύονταν με τον φρέσκο αγέρα του μπάτη που σάλευε  τις φλαμουριές στον επαρχιακό σταθμό, καθώς  έριχναν τον  ίσκιο τους πάνω στις ράγες  των τρένων. Το σφύριγμα του προαστιακού κι η γαλήνη σκίστηκε σαν χασές, το αναπόφευκτο του αποχωρισμού που ηθελημένα είχε προς ώρας ξεχαστεί διέλυσε κάθε αυταπάτη.  Γέμισαν τα βαγόνια της επιστροφής, τα κορίτσια ανέβαιναν με θόρυβο, με τους πολύχρωμους μπόγους στα χέρια τους. Έβλεπε ένα κόκκινο ξεθωριασμένο που ανεμίζοντας ξεμάκραινε, καθώς το τρένο γλιστρούσε σταθερά στις ράγες και μίκραινε ολοένα, μίκραινε αργά, χάνονταν. Ύστερα μια βουβαμάρα καρφώθηκε στο απέραντο κι η θάλασσα μουσκεμένη θόλωσε τα μάτια της.

Όταν μαθεύτηκε, η Αγλαΐα κράτησε μέσα της την οργή, δεν μίλησε, δεν  ρώτησε ποιος ήταν, πώς έγινε, τι έγινε. Μόνο μάζεψε στο σεντούκι  τα προικιά της  και της τα έστειλε με τον σιδηρόδρομο την άλλη κιόλας μέρα . Ύστερα την ξέγραψε.

Το σπίτι του Τάκη ήταν τρείς κάμαρες ασοβάτιστες, αντί για πόρτες είχε σεντόνια κλαρωτά, σαν κουρτίνες. Με ύφος επίσημο της πέρασε τα σημάδια, ένα μεγάλο χρυσό σταυρό με καδένα και ένα δαχτυλίδι με κόκκινη πέτρα. Από ένστικτο κατάλαβε ότι άνηκαν στην προηγούμενη γυναίκας του, τον ρώτησε δειλά, το παραδέχτηκε. «Δεν τα πήρε η καριόλα, όμως, τώρα είναι δικά σου. Χαίρεσαι;» Μια στέγνα απλώθηκε σαν την έρημο μέσα της. Κούνησε το κεφάλι συγκαταβατικά και ένοιωσε χειρότερα. Γρήγορα έμαθε  πως το φορτηγό δεν του άνηκε, ήταν υπάλληλος και δεν πέρασε καιρός  που ξεχάστηκε δυο νύχτες και δύο μέρες στα χαρτιά και δεν παρέδωσε το εμπόρευμα. Τον έψαχναν κι όταν τον βρήκαν, τον απέλυσαν. Είχε αυτή τα λεφτά από τα καπνά.  Τα έπινε τα βράδια στα μαγαζιά κάτω στην παραλία, μεθούσε άσχημα, έχανε τον έλεγχο. Βλαστήμαγε, έσπαγε τα λιγοστά πιατικά, το τελευταίο τζάμι που είχε απομείνει σ’ ένα παραθυρόφυλλο, την όμορφη πιατέλα, τη ζωγραφισμένη με ανεμώνες  για τα πτι φουρ, την μόνη πολυτέλεια που απόκτησε με συναισθήματα ανάμεικτα, χαράς και ενοχής για το περίσσιο έξοδο. Φθινόπωρο, έκανε κρύα του Αι Δημητρίου, το σπίτι γιαπί. Εκείνο το χάραμα  ανταριασμένο, σφύριζε ο αγέρας  στις κάμαρες, έδερνε αλύπητα τους άδειους τοίχους, τους  έρημους  χωματόδρομους, βούιζε το κεφάλι της, αυτός δεν είχε έλεος κι αυτή άλλο κουράγιο, έφυγε, γύρισε με το τρένο  στο χωριό της.  Η Αγλαΐα την έδιωξε, την πέταξε στο δρόμο, την απείλησε, θα πήγαιναν στις δημόσιες αρχές, θα ζητούσαν αποκήρυξη λόγω προσβολής πατρότητας,  δεν δέχονταν για κόρη τους μια άτιμη, μια αστεφάνωτη. Ο κυρ Θανάσης ήταν σφιγμένος πολύ. Πήγε στη θεία της, έκλαψε, παρακάλεσε. Εκείνη έβαλε την ντροπή στην άκρη, έστειλε τον αδερφό τους  τον μικρό να κουβαλήσει πίσω την προίκα της. Η Αγλαΐα την καταριόταν. Ο κόσμος έψαχνε να βρει λαιμούς ακριμάτιστους να κρεμάσει ταμπέλες.

Δεν πέρασε μήνας, ο Τάκης εμφανίστηκε στο καφενείο του χωριού, συστήθηκε, κερνούσε ούζα, καλαμπουρτζής, αναρωτιόνταν οι χωριανοί γιατί τον παράτησε. Ξαναπήγε, την παραφύλαξε, ήταν σούρουπο παγωμένο, τα σύρματα των περιφράξεων έσταζαν σκουριά, είπε την αγαπούσε, θα τα διόρθωνε όλα, θα πήγαιναν στην Αθήνα να αρχίσουν μια καινούργια ζωή, είχε ένα ξάδερφο εκεί, θα δούλευε ταξί, θα έβαζε μπρος το διαζύγιο, θα παντρεύονταν. Η απελπισία δίνη την παρέσυρε, η απόγνωση στρόβιλος την κατάπινε, βρήκε καταφύγιο πάλι σ’ αυτόν, τον ακολούθησε στα τέλη του Νοέμβρη. Στα χωριά του βαρδάρη έριχνε μέρες ένα ψιλόβροχο τσουχτερό κι η λάσπη ήταν παχιά στις αυλές, ο ουρανός μελανιασμένος ,το χαμπέρι  έπεσε σαν βόμβα.  Η  Αγλαΐα σκυλί  λυσσασμένο, άνοιξε το σεντούκι και πέταξε πρώτα τα άσπρα σεντόνια στην λάσπη, τα τσαλαπάτησε, ύστερα πήρε το ψαλίδι και άρχισε να κόβει κομμάτια όλα τα λεπτοδουλεμένα, τα μετρητά,  χρόνων νυχτέρια ξάγρυπνα κι όνειρα κεντημένα κάτω από το λιγοστό φως της λάμπας πετρελαίου. Ένα βουνό κόποι, κουρέλια, πατσαβούρια στα λασπόνερα.

Ο ξάδερφος ζούσε σε ένα παλιό σπίτι του εποικισμού στους Αμπελόκηπους, κληρονομιά της  συχωρεμένης  προσφυγοπούλας γιαγιάς του. Τους παραστάθηκε σε όλα, τακτοποιήθηκαν. Στην αρχή  καλά, εξαρτημένος όμως απ’ τον τζόγο έμπλεξε, παράτησε το ταξί. Χρωστούσε πολλά, τον εκβίαζαν, όλα ήταν θέμα χρόνου. Έφερνε κάποιους  στο σπίτι, πετούσε υπονοούμενα, έκανε κινήσεις και χειρονομίες,  έλεγε χοντράδες, καμιά συμπόνια στο βλέμμα του, θα την έβγαζε στο κλαρί, προκειμένου να ξελασπώσει. Η Μαρίκα έφυγε πάλι σαν τον κλέφτη για να γλυτώσει, ανέβηκε στο τραίνο και κατέβηκε στο χωριό του αυτή την φορά. Πήρε σβάρνα την παραλιακή, ζητούσε δουλειά, μαγείρισσας, λαντζιέρας, ότι να΄ταν. Την στήριξαν οι χωριανοί, της έδωσαν δουλειά κι η συννυφάδα της  την πόνεσε. Αυτός γύρισε  καλοκαίρι. Τον πήραν γκαρσόνι  στην παραλία, αυτήν λυπόταν. Την άφησε έγκυο, γέννησε ένα αγοράκι. Το μεγάλωσε δουλεύοντας, στα ψαράδικα ,στα καπνά, πότε στα αμπέλια, μέχρι που έπιασε σταθερή δουλεία στο εργοστάσιο με τα κατεψυγμένα. Αυτός έπινε, μεθυσμένος δεν ήξερε τι έκανε, έσπαγε το μπουκάλι στο τραπέζι, απειλούσε να τη σφάξει, τη μάτωνε παντού με το γυαλί, δεν λογάριαζε το παιδί, τσίριζε αυτό, φώναζε η γειτονιά την αστυνομία, ούρλιαζε το ασθενοφόρο. Της έσκιζε τα ρούχα ,την άφηνε τσιτσίδι, το παιδί είχε γίνει παλικαράκι τα έβλεπε, τον φοβόταν. Έσπερνε τον τρόμο.  Η νύφη της Μαρίκας, η Αφρούλα, νέα στην οικογένεια, επαναστάτησε όταν έμαθε τα γεγονότα: «Πως αφήνετε έναν άνθρωπο να τον κατασπαράζουν;» Πήγε στην πεθερά της την Αγλαΐα «Θα πεθάνει η κόρη σου, δεν την λυπάσαι;» «Να πεθάνει, θα πάω και στην κηδεία της.» της απάντησε ξερά. Ξεσήκωσε τον άντρα της «Ντροπή σας!» την πήραν στο σπίτι τους, αυτήν και το παιδί. Ένα μήνα κάθισε εκεί, ζούσαν όλοι με τον κίνδυνο, ο Τάκης ήταν ικανός να τους χαλάσει την νύχτα τα φρένα του αυτοκινήτου, να σκοτωθούν, έπαιρνε τηλέφωνα, εκβίαζε, απειλούσε να βάλει τα πράγματα της φωτιά. «Θα ‘ρθω και θα σε πνίξω στην θάλασσα, μαλάκα» τον έβριζε ο αδερφός της. Η Αγλαΐα έφτασε ένα πρωινό αξημέρωτα στο σπίτι του γιου της, χτυπούσε τα κουδούνια στην πολυκατοικία, φώναζε στους διαδρόμους «Πουτάνα, θα τον φας τον αδερφό σου» βγήκε ο κόσμος στις πόρτες, όλοι οι όροφοι ανάστα. Μετά από αυτό το ρεζιλίκι ο αδερφός της αγανακτισμένος της είπε πως δεν πάει άλλο, ήταν συνέχεια στην τσίτα, τσάκισαν τα νεύρα του, τον αρρώστησε αυτή η ιστορία, δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Η Μαρίκα με το παιδί αναγκάστηκε να γυρίσει ταπεινωμένη πίσω. Και το παιδί ήταν τότε δέκα χρονών κι είχε δυο μάτια μεγάλα, απελπισμένα πολύ.  Ήταν ολομόναχοι σ΄ αυτόν τον απέραντο κόσμο.

Μόνο το δημοτικό τελείωσε γιος της, σαν μεγάλωσε λίγο έφυγε  απ’ το σπίτι, μαύρο του φαινόταν. Δεν τον εμπόδισε, χάρηκε όταν βρήκε δουλειά σερβιτόρου στην Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε εκεί. Σπάνια πήγαινε να την δει. Είχε θυμό βαθιά μέσα του, τον δικαιολογούσε. Ήταν Κυριακή πρωί, αυτός ροχάλιζε μέσα, είχε γυρίσει πάλι ξημερώματα. « Το ρακί κάνει το καλύτερο μεθύσι.» της έλεγε συχνά. Όμως αυτός δεν τ’ άντεχε. Κι αυτή δεν είχε τίποτα να  πει ή να  επαναλάβει. Σκεφτόταν  τα χρόνια που ζούσε, άγρια χρόνια, βίαια, την ζωή της. Σε κανέναν δεν άξιζε μια τέτοια δύσκολη ζωή. Τόσες πληγές αιμορραγούσαν μέσα της. Γεμάτη έλκη η ψυχή της. Κι αυτό δεν είχε τελειωμό. Της ήρθε η επιθυμία να πεθάνει, αν ήταν μπορετό εκείνη την στιγμή  μα όσο κι αν ήταν θρύψαλα η ζωή της, είχε υποχρεώσεις, είχε ένα παιδί. Από τότε που έφυγε ο γιός της το σπίτι ερήμωσε, αυτή δεν είχε τα κότσια, τον έτρεμε και μόνο η σκέψη ότι θα μπορούσε να την ανακαλύψει την παρέλυε. Ένας κόκορας   λάλησε βραχνιασμένα, διέκοψε τις σκέψεις της. Έστρεψε το βλέμμα της στο παράθυρο, κοίταξε τον δρόμο που  άδειος έφευγε, γλιστρούσε ψηλά από τον λόφο, κατηφόριζε στη παραλιακή, άγγιζε την άμμο και ύστερα έστριβε απότομα στο δασύλλιο, χάνονταν μες τις λεύκες, αλλά η Μαρίκα γνώριζε την συνέχεια του, νοερά τον ακλούθησε μέχρι τον σταθμό των τραίνων, εκεί κατέληγε, ήταν χωματόδρομος όταν πρωτοήρθε, τον θυμόταν.  Ξαφνικά τον είδε με άλλο μάτι. Σαν μια πόρτα ορθάνοιχτη. Σαν λύση μοναδική. Σαν την αρχή της σωτηρία της.

Από κείνη την στιγμή το συλλογιόταν συνεχώς, το παίδεψε πολύ καιρό στο μυαλό της, κατάστρωσε ένα σχέδιο, αν δεν πετύχαινε δεν είχε νόημα η φυγή. Είχε δοκιμάσει όλους τους πόνους της ανοχής και της απόγνωσης, δεν θα άφηνε το παιδί της στο δρόμο, ο Τάκης θα πουλούσε το σπίτι στην πρώτη δυσκολία. Τον είχε με το καλό, έβαλε δικηγόρο, πήρε διαζύγιο και τον παντρεύτηκε μια χειμωνιάτικη Κυριακή, στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Ύστερα του ζήτησε να γράψει το σπίτι στο παιδί. Αγρίεψε, δεν το δέχονταν, αυτή επέμενε όσο την έπαιρνε. Το εξομολογήθηκε σε έναν από το σινάφι του. « Μάγκα μου είναι δύσκολη η θέση σου μετά την παντρειά, άνθρωποι είμαστε, πες έπαθες κάτι, ξέρεις, στις εννιά του μακαρίτη άλλον έβαλε στο σπίτι, οι γυναίκες δεν έχουν μπέσα, δεν την πήραν δα και τα χρόνια, καλύτερα αφού το θέλει κι αυτή μια κι έξω κάντο πούληση στο γιό σου, ξεκάθαρα πράγματα.» Κάτι δεν κολλούσε καλά, κάτι δεν του άρεσε σε αυτήν την ιστορία, κάτι του ξέφευγε. Τελικά υπέγραψε, ο γάμος ήταν καθησυχαστικό σημάδι, δεν πήγε ο νους του, που να φανταστεί; Την άλλη μέρα κιόλας τον παράτησε η Μαρίκα, χάθηκε. Λύσσαξε, την έψαχνε παντού. Η αστυνομία έπαιρνε τηλέφωνα στα συγγενικά σπίτια, στα αδέρφια της, υποψιάζονταν μήπως  την κρύβουν. Στο παρελθόν η Αγλαΐα την μόνη σχέση που είχε με τον Τάκη όσες φορές έτυχε να τον δει, συνήθως σε καμιά  κηδεία, ήταν να του υπενθυμίζει πόσο κατώτερος τους ήταν, δίνοντας στη φωνή της ένα τόνο σπουδαιότητας και κοιτάζοντας  τον υποτιμητικά, του έλεγε με ύφος εκατό καρδιναλίων πως το Μπέογλου ήταν με Χρυσά Γράμματα γραμμένο και σηκώνοντας το χέρι τραβούσε μια νοητή γραμμή στον αέρα. Αυτός τα έπαιρνε στο κρανίο, την άρχιζε στα μπινελίκια, αυτήν την έπιανε ίλιγγος, τάχα έχανε τον κόσμο, μια αναστάτωση, μια σύγχυση, οι συγγενείς τον νεκρό να δουν, την Αγλαΐα που λιποθυμούσε ή τον Τάκη που άρπαζε την Μαρίκα από το μανίκι, την τραβούσε  κακήν κακώς στο φορτηγό που τύχαινε κατά καιρούς να δουλεύει και έφευγε μαρσάροντας και βρίζοντας κι αυτήν και την Παναγία;  Τώρα τον υποστήριζε, τον γλυκομιλούσε, τον καθησύχαζε με εκείνη την εγκληματική μυστικότητα του καταδότη,  χαρακτηριστική στους χαφιέδες, πως θα του τηλεφωνούσε αμέσως, μόλις μάθαινε το παραμικρό, ο κυρ Θανάσης είχε πεθάνει. Ο Τάκης έκανε φασαρίες στην αστυνομία, τους καταλόγιζε ευθύνη, τους απειλούσε πως θα πάει στους ανωτέρους τους, θα τους κατάγγειλε τους άχρηστους, τα φασιστόμουτρα που έπαιρναν το μισθό και κάθονταν με τα χέρια σταυρωμένα. Αι σιχτίρ! Η αστυνομία όργωνε όλη την Ελλάδα.  Εκτός απ’ την Αγλαΐα που την καταριόταν, οι υπόλοιποι σκέφτηκαν την τηλεοπτική εκπομπή ρεπορτάζ στην ομίχλη που έβρισκε πολλούς αγνοούμενους τότε, αλλά ντρεπόταν τον κόσμο. Μιλιά δεν έβγαλαν, έτσι κι αλλιώς η ιστορία της Μαρίκας πάντα ήταν συζήτηση προς αποφυγήν. Μια αγωνία όμως για την τροπή που θα μπορούσε να πάρει η υπόθεση την είχαν.

Η Μαρίκα φεύγοντας από το σπίτι δεν ήξερε πού να πάει. Το σχέδιο ήταν να φύγει, το μετά άγνωστο. Όλοι οι δρόμοι έμοιαζαν ναρκοπέδια. Θα την σκότωνε αν την έβρισκε, μήπως τι θα ‘χανε, ξοφλημένος ήταν. Κατέβηκε στον Πειραιά, το πρώτο πλοίο που είδε σαλπάριζε για Κρήτη, με το μικρό της κομπόδεμα έβγαλε εισιτήριο και ανέβηκε.  Ήθελε να αποχαιρετήσει το γιό της, να του πει ότι φεύγει, να μην ανησυχεί. Του τηλεφώνησε πριν φύγει με την ψυχή στα δόντια, φοβόταν και τον ίσκιο της, συμφώνησαν, θα συναντιόταν στο Σταθμό, μα όταν τον είδε να μπαίνει στην αίθουσα, μετάνιωσε, κρύφτηκε, καλύτερα να μην ήξερε τίποτα, γιατί παιδί ήταν, θα το πίεζε, μπορεί να του ξέφευγαν λόγια ή μπορεί να την εμπόδιζε με παρακάλια κι αυτή να λύγιζε, ήταν επικίνδυνο. Η καρδιά της σπάραζε, κρυμμένη πίσω από μια κολόνα τον έβλεπε να την ψάχνει με το βλέμμα ανήσυχο, να την περιμένει με τις ώρες σκυφτός στις καρέκλες αναμονής, όμως μάζεψε το κουράγιο της, γιατί  έτσι  έπρεπε να γίνει.

Στο Ηράκλειο που την κατέβασε το πλοίο, στις αγγελίες των τοπικών εφημερίδων βρήκε αμέσως δουλειά σε σπίτι. Εσωτερική, είχε τη φροντίδα μιας γιαγιάς, αλλά βοηθούσε παντού. Σπάνια έβγαινε έξω, μόνο για ανάγκη και πάντα καλυμμένη με μαντήλα, φοβόταν, τον φοβόταν πολύ, νόμιζε ότι θα τον δει να πετάγεται ξαφνικά μπροστά της από μια γωνία του δρόμου, από μια στροφή, έπειτα ήταν σίγουρη πως η αστυνομία  την έψαχνε, ήξερε πως θα έτρωγε τα λυσσακά του να την βρει. Νύχτες ολόκληρες, με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι ως το ξημέρωμα,  μπροστά της ολοζώντανη η τελευταία εικόνα του γιού της, η αγωνία στο βλέμμα του, η απογοήτευση, ο απόηχος  των βημάτων του καθώς εγκατέλειπε την ελπίδα, στην άδεια πλέον αίθουσα αναμονής. Κι έξω είχε πέσει το σκοτάδι πυκνό.

Δυο χρόνια έζησε ο Τάκης, τόσο άντεξε. Ταλαιπωρημένος από τις καταχρήσεις μιας ζωής, άφραγκος, νηστικός, εγκαταλειμμένος από όλους, έσπασε. Πέθανε μια παγωμένη νύχτα του Φλεβάρη ολομόναχος . Η Μαρίκα γύρισε πίσω στο σπίτι της  Μάη, ο ήλιος άνθιζε τις παπαρούνες, θέριευε η χλόη στις αυλές, έσταζαν οι ανθισμένες ακακίες μέλι στη δημοσιά. Άνοιξε τα παράθυρα να μπει ο φρέσκος άνεμος, να φυσήξει, να διώξει μακριά ολάκερη  κατεστραμμένη ζωή, που έστεκε ακόμα μετέωρη, στο μουχλιασμένο ταβάνι. Να μπουν μυρωδιές πρωινές, ειρηνικές, να ζήσει ανάμεσα τους. Να μπει η ζέστη και οι φωνές της αγοράς.  Δεν είχε παλιούς κήπους να θυμηθεί ούτε ήχους γλυκούς, πρωτύτερους να αραθυμήσει, η μαύρη  πληγή μέσα της έτσουζε, μα σιγά, σιγά  θα μαραίνονταν, καθώς θα σεργιάνιζε τις μέρες απ’ το μπαλκόνι της και ίσως προλάβαινε, ναι ,ίσως θα προλάβαινε να σβήσει τους ίσκιους απ’ τα μάτια της.  Γύρισε το κουμπί του ραδιοφώνου, τραγούδια  εύθυμα ξεχύθηκαν, θα το άφηνε ανοιχτό να παίζει συνέχεια.

Κατερίνα Σημηντήρα

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s